Ο Άβελ  , ο Λαχειοπώλης  του Μαυρονερίου. 

Ο Άβελ  , ο Λαχειοπώλης  του Μαυρονερίου. 

Λαχείαα !Αύριο κληρώνει ! Ποιος δεν θυμάται τη χαρακτηριστική φωνή του Άβελ, του θρυλικού λαχειοπώλη του  Μαυρονερίου , που ακουγόταν στις γειτονιές του χωριού και στους δρόμους και τις πλατείες του Κιλκίς . Ήταν η φωνή της ελπίδας και της προσμονής, η φωνή που έδινε στους ανθρώπους την αίσθηση ότι ,η τύχη  ίσως να ήταν με το μέρος τους .  

Ο  Άβελ Παπαδόπουλος ,  γνωστός και ως “Αβέλης” ήταν ο γιός του Νικόλα και της Μαρίας Γαβρά, γνωστής ως  Άβελ Μαρίας. Γεννήθηκε στο Μαυρονέρι, στο   πατρικό του  σπίτι, το έτος 1930 . Πρακτική μαμή βοήθησε στην γέννηση των αδελφών του και του ίδιου στο χαμηλό σπιτάκι του Εποικισμού.  Το έτος γέννησης του Άβελ  ήταν το 1930 αλλά δηλώθηκε στην μερίδα του αδελφού του το 1929   που πέθανε και δεν ξεδηλώθηκε .  Έτσι του φόρτωσαν από την γέννησή  του ακόμη , έναν χρόνο στην πλάτη του .  

Οι γονείς του ήρθαν στο Μαυρονέρι  με μεγάλη ταλαιπωρία όπως όλοι οι πρόσφυγες,   από το Ερτζιγκιάν της Αργυρούπολης του Πόντου   με ενδιάμεση καταφυγή  στο Χάσκιοϊ του Αρνταχάν  του Καυκάσου.Η μαμά του  Άβελ  η  Μαρία Γαβρά  καταγόταν από το ποντιόφωνο χωριό Σιντισκόμ του Αρνταχάν του Καυκάσου. 

Η γλώσσα του μπαμπά του Νικόλα ήταν η Ουρούμ , η τουρκική διάλεκτος  που μιλούσαν οι Πόντιοι του Καυκάσου .   

Ο μικρός Άβελ πήρε το όνομα  του θείου του Άβελ  , αδελφού του μπαμπά του Νικόλα που πέθανε  στην Πατρίδα και έζησε την ζωή του ελεύθερος και ξέγνοιαστος  πάνω σε  ένα άλογο .Και  ο Άβελ ο νεότερος τριγυρνούσε με το τρακτέρ του όλα τα χωριά  και μετά με το αμαξάκι του.  

Ο μικρός Άβελ πολύ νωρίς ένιωσε την ορφάνια από την απώλεια του πατέρα του και επωμίστηκε στους μικρούς  του ώμους  τα βάσανα της οικογένειάς του .Στην τρυφερή ηλικία των  δώδεκα χρόνων  πήγε να δουλέψει τσομπάνος σε κοπάδι προβάτων στο διπλανό χωριό . 

 Η μητριαρχική οικογένειά του χρειαζόταν τα απαραίτητα και ήταν ο τελευταίος γιός που θα έμενε με την μαμά του.  Ήταν μαθημένος να εργάζεται σκληρά και δεν φοβόταν την δουλειά .Μάλλον η δουλειά φοβόταν εκείνον .  Ασχολούμενος με την γεωργία και την κτηνοτροφία  κατόρθωνε να αυξάνει τα έσοδα του και έφτιαξε το σπιτικό του . Ήταν αδύνατος με προτεταμένο θώρακα , χαρακτηριστικό των Παπαδοπουλαίων και με μεγάλα χέρια γεμάτα δύναμη .Τα δάκτυλα  ήταν χοντρά από το άρμεγμα των ζώων και οι φλέβες διαγράφονταν στα στιβαρά του μπράτσα . 

 Ο Αβέλης παντρεύτηκε από έρωτα  την κόρη του Θόδωρου Θεοδωρίδη  και της Χριστίνας,  την  όμορφη Νίνα που την αποκαλούσαν Μαιρούλα  και απέκτησαν τρία  θαυμάσια παιδιά , αγόρια,   τον Χρήστο , τον Μηνά και τον Νίκο . Η οικογένεια αυτή , δεμένη και αγαπημένη , μεγάλωσε με αξίες που πηγάζουν από την παράδοση του Πόντου και την αξιοπρέπεια της προσφυγιάς . 

Ο Άβελ ασχολήθηκε με την πώληση των λαχείων από πολύ νωρίς και όργωνε τούς δρόμους  της πόλης του Κιλκίς και των γύρω χωριών  καθημερινά . 

Του άρεσε να φοράει το δημοσιογραφικό του τζάκετ με τις πολλές τσέπες που το περιεχόμενό τους ξεπερνούσε το βαλιτσάκι του  Σπορ Μπίλι . Κλειδιά , έγγραφα , τσιγάρα , αναπτήρες , λαστιχάκια για τά λαχεία , χαρτομάντηλα , τεφτεράκι ,  ΈΝΟ για τον στομαχόπονο, αλγκόν για τον πονοκέφαλο, χτενάκι για τα μαλλιά .Στην μικρή τσάντα που κρατούσε   είχε τα λαχεία του Λαϊκά και Εθνικά  και τους καταλόγους με αυτά που κέρδιζαν . Επίσης το βιβλιαράκι με  τις αλλαγές του Εθνικού λαχείου και τα χρεωστούμενα από τους πελάτες του .    

Πούλησε πολλά λαχεία για πολλά πολλά χρόνια και μοίρασε κέρδη σε πολλούς . 

 Έτσι τον θυμούνται όλοι, συνδεδεμένο με ευχάριστα γεγονότα της ζωής τους . Ήταν ο άνθρωπος που  συνδεόταν με τις χαρές και τις ελπίδες τους ,καθώς συχνά έφερνε την είδηση πως κάποιος είχε κερδίσει.Το πρωτοχρονιάτικο Λαχείο ήταν κάτι σαν έθιμο και όλος ο κόσμος αγόραζε  ελπίδα για να δωρίσει  στα παιδιά του .Το ίδιο έκανε και ο Άβελ ο λαχειοπώλης .Πουλούσε  λαχεία και κρατούσε πάντα για τα παιδιά του και αργότερα για  τις νύφες και τα εγγόνια του . Έγραφε επάνω το όνομα του καθενός και το έδινε . Ήταν πάντα γενναιόδωρος σε αγάπη και φροντίδα . Ήταν ο δικός του τρόπος να δώσει την ελπίδα και την προσδοκία για κάτι καλύτερο . 

Ο Άβελ ερχόταν καθημερινά σε επαφή με πάρα πολύ κόσμο και ήταν πολύ κοινωνικός . Όλοι τον γνώριζαν και του απηύθυναν τον λόγο με το μικρό του όνομα . Σπουδαίο πράγμα να είσαι γνώριμος σε όλους ,να  έχεις ένα σπάνιο όνομα και όλοι να σε θυμούνται και να σε αναζητούν . 

 Ο Άβελ τελικά δούλεψε για την υστεροφημία του χωρίς να το έχει σκοπό . Και έμεινε αθάνατος . 

Λαχειοπώλης διάσημος ανά τον νομό μας είχε  και κάτι επιπλέον ,που του προσέδιδε μια αίγλη . Φανατικός οπαδός της ποδοσφαιρικής  ομάδας του  ΠΑΟΚ. Δηλαδή Παοκτσής μέχρι θανάτου . Άλλωστε η επιθυμία του να του βάλουν μαζί του στην τελευταία του κατοικία , την φανέλα του ΠΑΟΚ πραγματοποιήθηκε . Έτσι ο Άβελ ταξίδεψε στην αιωνιότητα με τα χρώματα της αγαπημένης του ομάδας .  

 Κατά την  νεότητά του,   το  έτος 1961 , ήταν από τα ιδρυτικά στελέχη του Ποδοσφαιρικού Συλλόγου του Απόλλωνα Μαυρονερίου. Ο Άβελ έχοντας στο αίμα του το αθλητικό πνεύμα συσπείρωσε  με αυτόν τον τρόπο την νεολαία του χωριού  μας Μαυρονέρι .Αυτό το πνεύμα και ιδεώδες μετέδωσε και στα παιδιά του ,έχοντας τους γιούς του ποδοσφαιριστές και  αργότερα  ικανό  προπονητή τον έναν .  

Ο Άβελ αποτελούσε σύμβολο της πόλης και του χωριού μας .Ο βίος του ως λαχειοπώλης, ήταν με έντονο άρωμα Ελλάδας που απέπνεε απλότητα και  αυθεντικότητα . Δυστυχώς το επάγγελμα αυτό στο χωριό μας εξέλειπε μετά την  απόφαση του Άβελ να αποσυρθεί . 

Ο Άβελ ο λαχειοπώλης  ήταν ο καλός οικογενειάρχης ,  ο πιστός  σύζυγος , ο  πατέρας πρότυπο  , ο αξιοπρεπής  πεθερός και ο αγαπημένος παππούς . Όσο φτωχική και δύσκολη ήταν η  παιδική του ηλικία τόσο πολύ λάμψη έδωσε ο ίδιος στην ζωή  του με την εργατικότητα και την απλοχεριά του .  Στο διάβα της ζωής του έδωσε με ανοικτά χέρια όχι μόνο υλικά αγαθά για να χαροποιήσει τους δικούς του αλλά και  αγάπη , πολλή αγάπη . 

Ο Άβελ ήταν άνθρωπος  που δεν έλειψε από κανένα σημαντικό  γεγονός  του χωριού μας . Όπου εκδήλωση,  γάμος ή κηδεία  ο Αβέλης ήταν παρών . 

 Να βοηθήσει , να κάνει τον τελετάρχη , να κρατάει τα κεριά και τα λάβαρα στην εκκλησία , να  πρωταγωνιστεί στο έθιμα τού γάμου δίνοντας τις γνώσεις του .Με σεμνότητα και προσφορά  ήταν ο απλοϊκός  άνθρωπος που συνέδεε το παρελθόν με το παρόν . Αποτελούσε  τους τελευταίους ανθρώπους που έζησαν στο Μαυρονέρι τής καρδιάς τους και  θα αναζητάμε πάντα . Έζησε το χθες  και μαζί μας  έζησε το σήμερα . 

Αυτοί οι τελευταίοι αυθεντικοί άνθρωποι φεύγουν ένας – ένας αθόρυβα και μετά εμείς  κάνουμε αναδρομή στις αναμνήσεις μιας άλλης εποχής  με λύπη και απόγνωση .Ο Θεός του χάρισε πολλά χρόνια ζωής  για να απολαύσει την ζωή που αγαπούσε και να ζήσει με  τους δικούς του . Η κληρονομιά που άφησε ο Άβελ δεν ήταν μόνο τα υλικά αγαθά ,αλλά η μνήμη ενός άνδρα που συνδέθηκε με την ελπίδα  , την εργατικότητα και την αφοσίωση στην οικογένεια και στην κοινότητα . Υπήρξε ένας απλός άνθρωπος που έζησε μια πλούσια ζωή .Το επάγγελμα του λαχειοπώλη χάθηκε από το Μαυρονέρι ,αλλά το όνομά του παραμένει χαραγμένο στην συλλογική μνήμη του χωριού.  

 Ο Άβελ  ο λαχειοπώλης σκόρπισε φως στο πέρασμά του  και με την απώλειά του έκανε να τρέξει το δάκρυ από τα μάτια των αγαπημένων του . Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει . Ίσως η φωνή του να αντηχεί ακόμη στα αυτιά μας : “Λαχείααα! Αύριο κληρώνει !” 

 Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου  

 Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή