Ο Αγάπιος , ο Τσαγκάρης του Μαυρονερίου.
Στο Μαυρονέρι, ανάμεσα στην καθημερινή ζωή των γειτόνων, υπήρχε ένας άντρας που δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητος , ο Αγάπιος ο Παπαδόπουλος. Ο τσαγκάρης του χωριού, με το μικρό μαγαζάκι του κάτω από το σπίτι του .
Ο Αγάπιος ήταν ψηλός και λιγομίλητος ήταν μια ζωντανή φιγούρα σε αυτό γεμάτη ήχους από σφυριά και ιστορίες από την αγαπημένη του ποδοσφαιρική ομάδα , τον Άρη . Ήταν φανατικός οπαδός της και στους τοίχους του τσαγκαράδικου ήταν πάντα κολλημένες οι αφίσες με τους παίκτες της ομάδας του . Εκεί εύρισκες κασκόλ και εφημερίδες που μιλούσαν για τις μεγάλες νίκες του Άρη . Πάντα φορούσε το καπέλο του , το σήμα κατατεθέν του .
Όμως αυτό το καπέλο δεν ήταν απλώς μια συνήθεια, αλλά μια ασπίδα για να κρύψει τον πόνο που κουβαλούσε μέσα του . Οι Μαυρονεριώτες έλεγαν πως δεν τον είχαν δει ποτέ χωρίς αυτό . Ήταν σαν να είχε γίνει προέκταση του εαυτού του , ένας τρόπος να κρατήσει μια απόσταση από τον κόσμο. Υπήρχαν ψίθυροι πως το φορούσε για να κρύψει τα δακρυσμένα μάτια του , τις στιγμές που το μυαλό του ταξίδευε στο παρελθόν τότε που τον χτύπησε η μαύρη μοίρα και έχασε τον γιό του .
Ο Αγάπιος δούλευε συνεχώς πάνω στον πάγκο του και όλοι γνώριζαν τον βουβό πόνο που έκρυβε μέσα στην καρδιά του ,μια πληγή που δεν επουλώθηκε ποτέ .
Πολλά χρόνια πριν όταν η σύζυγός του η Διαμάντω βρέθηκε στην ξενιτιά αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον , ένα τραγικό γεγονός τους σημάδεψε για πάντα . Ο γιός τους ,ο μικρός Παναγιωτάκης , το μονάκριβο παιδί τους , έμεινε πίσω στο Μαυρονέρι με τον πατέρα του .
Ήταν ένα πρωινό που ο χρόνος σταμάτησε. Ένα δυστύχημα , μια τραγική στροφή της μοίρας, τους στέρησε τον γιό τους .
Η είδηση έφτασε σαν μαχαιριά στην ξενιτιά. Ο Παναγιωτάκης είχε χαθεί, ήταν πλέον ένας αναστεναγμός του ανέμου ανάμεσα στα χωράφια του Μαυρονερίου.
Όταν η γυναίκα του επέστρεψε οριστικά στο χωριό , το σπίτι τους ήταν γεμάτο σιωπή . Άνοιξε το μικρό τσαγκαράδικο και το μετέτρεψε σε καταφύγιο. Δούλευε με τα χέρια και μιλούσε με την ψυχή .
Τα εργαλεία του καρφάκια , σφυριά , δέρματα και καλαπόδια μαρτυρούσαν τον τεχνίτη παλαιάς κοπής , που μετέτρεπε την τέχνη του σε αληθινή δημιουργία. Οι δουλειές του Αγάπιου ήταν φτιαγμένες για να αντέχουν στο χρόνο . Έφτιαχνε δερμάτινα παπούτσια και επιδιόρθωνε άλλα με κατεργασμένα δέρματα . Ήταν καλός τεχνίτης ,είχε μάθει την τέχνη του τσαγκάρη σε σχολή στην Θεσσαλονίκη.
Σε κάθε χτύπημα του σφυριού του ακουγόταν μια θλιμμένη μελωδία , σαν να τραγουδούσε για το παιδί που έφυγε. Ένοιωθε πως βρίσκεται σε έναν κόσμο ,όπου ο μικρός Παναγιωτάκης ήταν χαμογελαστός και ζωντανός .
Η αυλή του σπιτιού του και το μικρό του τσαγκαράδικο έγινε τόπος συνάντησης των χωριανών . Εκεί άκουγες ιστορίες για το χωριό , τραγούδια της ξενιτιάς και λόγια που έσταζαν πίκρα . Οι μόνες χαρούμενες στιγμές που ζούσε ο Αγάπιος ήταν όταν μιλούσε για την αγαπημένη του ομάδα .
Με τα χρόνια το καπέλο του Αγάπιου έγινε σύμβολο . Όλοι στο Μαυρονέρι ήξεραν πως δεν ήταν απλώς ένα απαραίτητο εξάρτημα . Ήταν το βάρος μιας απώλειας , το σύμβολο ενός πατέρα που δεν ξεπέρασε ποτέ τον χαμό του παιδιού του .
Κι όταν ο Αγάπιος έφυγε από τη ζωή, το καπέλο του δεν ξεχάστηκε . Έμεινε εκεί, στο τσαγκαράδικο , ακουμπισμένο δίπλα στο σφυρί και τα εργαλεία του , να θυμίζει πως οι απλοί άνθρωποι γράφουν τις πιο βαθιές ιστορίες !