Ο Αλεκάκης του Μαυρονερίου, ο Ποιητής της Αγάπης και της Αθωότητας  

Ο Αλεκάκης του Μαυρονερίου, ο Ποιητής της Αγάπης και της Αθωότητας  

 Υπήρχε μια θέση στην τοπική ιστορία καθώς η Μνήμη αναθυμάται τα ακραία , τα πολύ σπουδαία και τα πολύ ταπεινά . 

Η θέση αυτή ανήκει στις ιδιαίτερες προσωπικότητες που πέρασαν από την κοινωνία και συμπορεύονταν με τους παππούδες ,τους γονείς μας και εμάς, στην παιδική μας ηλικία . 

Ένας δημοφιλής γραφικός  ήρωας του τότε καιρού του Μαυρονερίου , ήταν ο Αλεκάκης . 

 Ζούσε στο χωριό μας Μαυρονέρι την δεκαετία του ’60 και ’70 ,αφού ήρθε από την Κωνσταντινούπολη , την Πόλη, κουβαλώντας περισσότερα όνειρα παρά υπάρχοντα .  Δεν είχε δική του οικογένεια ,μήτε πλούτη ,μόνο ένα φθαρμένο  σακάκι , έναν σκούφο και μια ψυχή ανοιχτή σαν τον ουρανό .  

 Ήταν μορφωμένος, καλλιεργημένος και ,όπως ο ίδιος  έλεγε,   μέσα στην παραζάλη του είχε μιά ερωτική απογοήτευση . Ήταν τραυματισμένος από αυτόν τον έρωτα .Ερωτευμένος νεανίας που η νεαρά δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά του . 

  Έτσι ο Αλεκάκης έγραφε ερωτικά ραβασάκια με πολύ μεγάλη ευκολία και είχε το χάρισμα της γραφής . Με την ψυχή του γεμάτη στίχους και το μυαλό του να γυρίζει στο παρελθόν ο Αλεξάκης ήταν πραγματικά ο τροβαδούρος της αγάπης .  

Κάποιοι νέοι του χωριού απευθύνονταν σε αυτόν τον  τροβαδούρο και ποιητή της αγάπης για να συγγράψει τα ραβασάκια που θα έστελναν στις αγαπημένες  τους . 

 Να κι ένα δείγμα της ποίησής του. 

” Τι φταίω εγώ που σ’ αγάπησα . 

Φταίει ο πλάστης που σε έπλασε . 

Και χάρηκε η καρδιά μου . ”  

Πώς έφτασε στο Μαυρονέρι  και έμεινε  κανείς δεν ήξερε ακριβώς. Αυτό που γνώριζαν όλοι ήταν  ότι αγαπούσε  το χωριό μας και οι χωριανοί μας τον αγάπησαν , τον αγκάλιασαν και του έδωσαν ασφάλεια και προστασία .  

Ζούσε υπό την προστασία της Χωροφυλακής  στο Μαυρονέρι και τον βοηθούσαν υλικά .  

Ο Αλεκάκης ήταν άνθρωπος ελεύθερος, ένας νομάδας της γειτονιάς που γυρνούσε τα χωριά και παραμιλούσε λέγοντας την φράση  ” ράβε – ξήλωνε “. 

  Στο σπίτι της Σεμερτζίδου της κυρά Λεμόνας  του παραχωρήθηκε ένα μικρό κατάλυμα να κοιμάται  και η  άξια Λεμόνα  τού έδινε την φροντίδα της .  

 Η ζωή του  Αλεκάκη στο Μαυρονέρι συνδέεται με ευτράπελες και παράδοξες ιστορίες που λάμβαναν χώρα σε όλες τις εκφάνσεις του ανθρώπου .   

 Συχνά τον έβρισκαν να κοιμάται σε στάβλους , σκαλιά , αυλές .  

 Ένα  παγωμένο βράδυ του χειμώνα  ο Αλεκάκης αποκοιμήθηκε στα σκαλιά της Κοινότητας  του χωριού . Τον βρήκαν  δύο χωριανοί ο Αγαθάγγελος Ξενίδης με τον αδελφό του Δημήτρη  και τον πήγαν στο δωματιάκι της  μαμάς τους  Ευλαμπίας του Θόδωρου του Ξενίδη. Ο Αλεκάκης δεν του άρεσε το μέρος και πήγε στο παχνί της αγελάδας και κοιμήθηκε . 

Το πρωί η θεία Ευλαμπία  πήγε στα ζώα και τρόμαξε , άρχισε να φωνάζει “βρυκόλακας ,βρυκόλακας” . 

Ο Αλεκάκης δεν είχε υποχρεώσεις  ούτε δεσμά και χρωμάτιζε την ζωή όλων ελαφρύνοντάς την . 

Ο γραφικός Αλεκάκης ήταν ευτυχισμένος που γυρνούσε στο χωριό  με περίεργα ρούχα όπως την χλαίνη της Χωροφυλακής,  που την γέμιζε μπαλώματα . Ακόμη και την καινούργια που του έδιναν  την  πάλιωνε αφού την γέμιζε με ραμμένα μικρά κουρέλια .Γυρνούσε τις γειτονιές και τραγουδούσε το τραγούδι της εποχής εκείνης, την Μαντουβάλα  με περίσσεια αγάπη και ζήλο . 

Συνεχώς μιλούσε στον αέρα ή αγόρευε σε   ένα φανταστικό κοινό και  μονολογούσε με την φράση   ” χαμένα πράματα ” . Τον αφελή , καλόκαρδο αυτόν άνθρωπο τον συμπαθούσαν όλοι για την καλή του την καρδιά . 

 Δεν απασχόλησε ποτέ κανέναν ,δεν γινόταν φορτικός και έζησε την ζωή του αθόρυβα . Έζησε σε  απόλυτη αθωότητα, δεν έβλαψε κανέναν και κανείς δεν του κρατούσε κακία.  Δεν ζητούσε τίποτε παρά λίγη τροφή  και μια  γωνιά για να κοιμάται. Ήταν μέρος της καθημερινότητας του Μαυρονερίου, μια από εκείνες τις σιωπηλές παρουσίες που τελικά γίνονται σημείο αναφοράς.   

Περνώντας τα χρόνια , ο Αλεκάκης, αφού έζησε χαρούμενος στο Μαυρονέρι γέρασε  και ήρθε το τέλος του αθόρυβα, όπως είχε ζήσει.  Δεν υπήρχαν συγγενείς να φροντίσουν για την κηδεία του ,αλλά η Χωροφυλακή, με δικά της έξοδα , ανέλαβε τις διαδικασίες για  την κηδεία του Αλεκάκη .  Τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία με σεβασμό , αποχαιρετώντας τον όπως του άξιζε , ως έναν αγνό , αθώο και ευγενικό άνθρωπο .  

Ο Αλεκάκης ανήκει στην ιστορία του Μαυρονερίου και είναι η ζωντανή απόδειξη πως οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να είναι σπουδαίοι για να μείνουν αξέχαστοι .  

Πέρασε από το Μαυρονέρι αθόρυβα  όπως οι καλοί άνθρωποι και πήγε στον Δημιουργό του , που φροντίζει για όλα τα πλάσματά του.  

Στην άκρη του νεκροταφείου του Μαυρονερίου βρήκε τη θέση του ο Αλεξάκης .Ένας άνθρωπος απλός , ήσυχος ,σχεδόν αθώος σαν παιδί . Τον έλεγαν ο Αλεκάκης του Μαυρονερίου, μα τώρα , στην μαρμάρινη πλάκα ,το όνομά του γραφόταν με ολόκληρα γράμματα : ” Στυλιανού Αλέξανδρος, ετών 65 , 1970″. Όταν έφυγε,  λίγοι στάθηκαν στο μνήμα του ,μα η γη τον δέχθηκε όπως η μάνα το παιδί της . Η ταπεινή του γωνία στα μνήματα δεν είχε λουλούδια πλούσια , ούτε φανταχτερά μάρμαρα . Μόνο το όνομά του χαραγμένο απλά ,να θυμίζει πως κάποτε έζησε ένας άνθρωπος που δεν ζητούσε πολλά . 

Έτσι ο αθώος Αλεκάκης πέρασε από αυτήν την ζωή , αφού φιλοξενήθηκε στους δρόμους του Μαυρονερίου και έγραψε την δική του ιστορία . Ο ποιητής της αγάπης και της απλότητας , ο αγαθός περιπλανώμενος της ζωής είναι ακόμη εδώ . Όχι στα σκαλοπάτια της Κοινότητας , ούτε στον στάβλο της θείας Ευλαμπίας , αλλά στην καρδιά μας . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή