Ο Αριθμός 345876
Σε κάθε χωριό της Μακεδονίας, σε κάθε πέτρα προσφυγικής αυλής, υπάρχει μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ σε χαρτί. Ζει στα λόγια των γερόντων. Είναι ιστορίες ανθρώπων που έζησαν την προσφυγιά, τον πόλεμο, την πείνα, τον ξεριζωμό και την αντίσταση και γύρισαν πίσω άλλοι, σημαδεμένοι βαθιά, αλλά όρθιοι.
Η ιστορία του Κωνσταντίνου Αθανασιάδη, γνωστού ως Κωστίκα, είναι μια τέτοια μαρτυρία. Γεννημένος στον Καύκασο, μεγαλωμένος πρόσφυγας στο Μαυρονέρι, αντιστάθηκε με ψυχή και σώμα στη βία του κατακτητή. Συνελήφθη από τους Γερμανούς και στάλθηκε στο Νταχάου , ένα στρατόπεδο θανάτου, όπου οι άνθρωποι ξεχνούσαν το όνομά τους και ζούσαν μονάχα με έναν αριθμό.
Ο Κωστίκας όμως επέζησε. Και γύρισε.
Η μαρτυρία του δεν είναι μόνο αφήγηση ενός επιζώντα. Είναι ύμνος στη ζωή, στη μνήμη, στην αντοχή του ανθρώπου όταν όλα χάνονται. Γιατί πίσω από κάθε αριθμό, κρύβεται ένα πρόσωπο. Και πίσω από κάθε πρόσωπο, ένας ολόκληρος κόσμος.
Στο Μαυρονέρι της προσφυγιάς και της μνήμης, ζούσε κάποτε ένας άνθρωπος που δεν λεγόταν πια Κωσταντίνος, μήτε Κωστίκας όπως τον φώναζαν μικρό, μα αριθμός. Ο Κωστίκας Αθανασιάδης, γιος του Κλημέντιου και της Ανατολής, κουβαλούσε μέσα του το ταξίδι τριών πατρίδων. Από το Βενζίν Κιοϊ του Καρς, στου Τσαπίκ της Τσάλκας και τέλος στη Μακεδονία, στο χωριό Μαυρονέρι, όπου η γη δέχτηκε τον ξεριζωμό της οικογένειας σαν να τον περίμενε.
Ο Κωστίκας, μαζί με τον αδερφό του Σπύρο και τους γονείς του, μεγάλωσε μέσα στην αγωνία της επιβίωσης και στο πείσμα των ριζών. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος και μαύρα σύννεφα σκέπασαν την Ελλάδα, ο Κωστίκας δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Μαζί με έναν φίλο και χωριανό του πήραν τον δρόμο για το χωριό Νέα Ζωή ,τον σημερινό Λουδία, με σκοπό να ενταχθούν στις αντιστασιακές ομάδες ενάντια στους Γερμανούς.
Όμως η μοίρα είχε άλλα γραμμένα.
Στο Λουδία, οι Γερμανοί τον έπιασαν. Ο Κωστίκας στάλθηκε, με βαγόνια που έσταζαν από σκοτάδι και τρόμο, στο Νταχάου. Μέσα στο βαγόνι δεν υπήρχε αέρας, ούτε νερό. Οι άνθρωποι σωριάστηκαν ο ένας πάνω στον άλλον. Και η ελπίδα, που κάποτε έμοιαζε φλόγα, τώρα γινόταν στάχτη.
Στο στρατόπεδο, του έδωσαν ρούχα ξένα, έναν αριθμό ξύλινο, σφραγισμένο πάνω στο στήθος. 345895. Αυτό ήταν πια. Ο Κωστίκας πέθανε εκεί. Έζησε μόνο ο αριθμός. Για 19 μήνες. Μέσα σε λάσπες, στέρηση, πόνο, ξύλο. Κάθε πρωί κοιτούσε τα σύρματα και δεν ήξερε αν θα δει ξανά τον ήλιο. Όμως βαθιά μέσα του, κρυφό καντήλι έκαιγε. Τα παιδιά του, η γυναίκα του, το Μαυρονέρι.
Και όταν ο χρόνος έφερε την κατάρρευση των Ναζί και οι Ρώσοι μπήκαν πρώτοι στα κολαστήρια, ανάμεσα σε εκείνους που ελευθερώθηκαν ήταν κι ο Κωστίκας.
Γύρισε στο χωριό του. Ήσυχος, λιγομίλητος. Δεν έλεγε πολλά. Μα τις νύχτες, όταν φυσούσε βοριάς ή όταν έπεφτε βαριά η σιωπή, άκουγες την ανάσα του να βαραίνει. Έβλεπε ξανά τα πρόσωπα που χάθηκαν, τα βαγόνια, το νούμερο στο στήθος του.
Κι όμως, έζησε. Περπάτησε στους δρόμους του Μαυρονερίου σαν να τους αγκάλιαζε. Πήγαινε στα καφενεία και κάποιοι, όταν περνούσε, έλεγαν: «Να, ο Κωστίκας, ο ήρωας». Κι εκείνος χαμογελούσε μόνο. Γιατί ήξερε πως δεν νίκησε τον πόλεμο. Τη μνήμη νίκησε. Αυτή που δεν ξεχνά. Αυτή που γράφει την ιστορία των ανθρώπων σαν τον Κωστίκα ,που από αριθμός, έγινε ξανά όνομα .
Ιστορίες αντοχής, προσφυγιάς, πόνου και επιστροφής. Μνήμες που επιβιώνουν χάρη στη στόφα των ανθρώπων που τις έζησαν – και σ’ εκείνους που τις διηγήθηκαν, για να μη σβηστούν.
Αυτό το κείμενο βασίζεται στη μαρτυρία του γιου του. Μέσα από τη δική του φωνή, αναβιώνει η περιπέτεια ενός ανθρώπου που γύρισε απ’ το σκοτάδι κρατώντας το φως του μέσα του. Που επέστρεψε στο χωριό του, κουβαλώντας όχι μόνο τη φρίκη αλλά και τη βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος, ακόμα και στο κατώφλι της λήθης, μπορεί να επιλέξει να θυμάται.
Γιατί πίσω από κάθε αριθμό υπήρξε ένας πατέρας, ένας σύζυγος, ένας φίλος. Ένας άνθρωπος που δεν έσβησε.