Ο “Βίου Μάστερ” του Μαυρονερίου .
Στο Μαυρονέρι ο χρόνος κυλούσε αργά . Κι όμως υπήρχε ένας άνθρωπος που έφερνε την μαγεία στο χωριό , ένας άνθρωπος που κρατούσε στα χέρια του ολόκληρους κόσμους. Ο Παπαζηράκλης ήταν ο μπαμπάς του Γαβριηλίδη Γιώργου και είχε γυναίκα την Μαρία .
Ο Παπαζηράκλης κατείχε μιά μικρή συσκευή που έμοιαζε με κυάλια . Αυτή έκρυβε μέσα της ολόκληρο το σύμπαν .Οι παλαιότεροι την γνωρίζαμε με το όνομα ” βίου μάστερ ” . Το βίου μάστερ ,το θρυλικό παιγνίδι ανακαλύφθηκε και κυκλοφόρησε το 1938 στην Αμερική και από εκεί έγινε πολύ διάσημο και στην Ευρώπη . Στο μπροστινό του μέρος είχε μια υποδοχή στην οποία τοποθετούνταν χάρτινος δίσκος με φωτογραφίες . Κάθε μία από αυτές τις φωτογραφίες ήταν μιά στατική τρισδιάστατη εικόνα. Με το πάτημα ενός κουμπιού μια ολόκληρη ιστορία τρισδιάστατη ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια μικρών και μεγάλων που έτρεχαν να δουν !
Ο Παπαζηράκλης με τη μηχανή του είχε γίνει θρύλος . Γυρνούσε το χωριό και η φήμη του έφτασε και στα γύρω χωριά . ‘Ολοι περίμεναν να δουν και να απολαύσουν εικόνες με τοπία , μέρη μαγικά , καρτούν και πρόσωπα της εποχής όπως όμορφες ηθοποιούς . Τα θέματα ήταν αμέτρητα και ο χωριανός μας είχε προμηθευτεί πολλούς δίσκους με φωτογραφίες .
Φυσικά για αυτήν την δουλειά αποζημιωνόταν από το φιλοθεάμον κοινό ! Ταξίδευε σε πολλά χωριά και πρόσφερε αυτήν την απόλαυση μέσα από αυτό το αγαπημένο παιγνίδι .
Διαλαλούσε τις υπηρεσίες του για να προσελκύσει τους θεατές του .
_”Ελάτε να ελέπετε , ελάτε να τερείτε ! Ο Χίτλερ με την γαρία τ’ είναι μέσα ! Η Κωνσταντινούπολη πα φαίνεται” !
Ζώα της ζούγκλας και πολύχρωμα ψάρια του ωκεανού ήταν μέσα εκεί , το ταξίδι ξεκινούσε και ταξίδευαν .Κάποιοι το έβλεπαν ξανά και ξανά αφού είχε τόσο εντυπωσιακές εικόνες . Μέσα από το μικρό παράθυρο του “βίου μάστερ”, τα μάτια τους γέμιζαν με εικόνες πρωτόγνωρες: καταρράκτες που έπεφταν βροντερά, πόλεις που έλαμπαν με φώτα, όμορφες ηθοποιοί με μάτια που έμοιαζαν να ζωντανεύουν. Οι φωτογραφίες ήταν τρισδιάστατες – μαγικές! Άνοιγαν τις καρδιές των ανθρώπων και τους έπαιρναν μακριά από τη σκληρή καθημερινότητα.
Ο Παπαζηράκλης δεν ήταν μόνο ένας διασκεδαστής. Ήταν ο ταξιδευτής που έφερνε τον κόσμο στο χωριό, ο αγγελιοφόρος που έσμιγε ψυχές. Ήταν αυτός που βρήκε την αδελφή της Ειρήνης, της γυναίκας του Θεόδωρου Παπαδοπούλου . Όταν ταξίδεψε στη Βέροια και περιέγραφε το Μαυρονέρι, μια γυναίκα με μάτια βουρκωμένα ρώτησε: «Υπάρχει μια Ειρήνη στο χωριό σου;» Ήταν η Πελαγία, χαμένη αδελφή της Ειρήνης, που δάκρυσε μόλις έμαθε πως η οικογένειά της ζούσε ακόμα.
Η ιστορία της επανένωσης των αδελφών έγινε μύθος στο χωριό, όπως κι ο ίδιος ο Παπαζηράκλης. Οι ιστορίες του έμειναν να ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, ακόμα και όταν τα χρόνια πέρασαν και το “βίου μάστερ” ξεχάστηκε.
Όμως, κάθε φορά που κάποιος άνοιγε ένα παλιό κουτί και έβρισκε ξεχασμένους δίσκους με τρισδιάστατες εικόνες, τα μάτια του φώτιζαν. Ήταν σαν να ξαναγεννιόταν η μαγεία, σαν ο Παπαζηράκλης να ζούσε ακόμα και να συνέχιζε το αιώνιο ταξίδι του.
Μια γλυκιά ανάμνηση ήταν ο Παπαζηράκλης , ένας θρύλος που μιλούσε για έναν κόσμο πιο φωτεινό, πιο ζωντανό. Έναν κόσμο που φάνταζε μέσα από το μικρό παράθυρο του “βίου μάστερ”.
Πέρασαν τα χρόνια και ο Ηρακλής χάθηκε αφού διασκέδασε πολύ κόσμο ελαφρύνοντας λίγο την κούραση και την μονοτονία που ένοιωθαν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής .
Η διάδοση τής τηλεόρασης έκανε το αγαπημένο αυτό παιχνίδι να ξεχαστεί . Για να θυμηθείτε τις ωραίες εικόνες και τα παλιά πιάστε ένα βίου μάστερ .Αίφνης όλα θα έρθουν μπροστά σας και θα περάσουν από τα μάτια σας !
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
‘Έτος 2024
Αυτός ο παράξενος, γελαστός άνδρας περιπλανιόταν με το “βίου μάστερ” του – μια μικρή, αστραφτερή συσκευή που έμοιαζε με κιάλια, μα κρυβόταν μέσα της μια ολόκληρη σύμπαν. Ο κόσμος μιλούσε για τον Παπαζηράκλη σαν να ήταν θρύλος. Όταν πλησίαζε στο χωριό, τα παιδιά έτρεχαν ξοπίσω του φωνάζοντας, οι γυναίκες άφηναν τις δουλειές τους και οι άντρες έγερναν από τα καφενεία να δουν τι νέο είχε φέρει μαζί του.
«Ελάτε να δείτε! Ελάτε να ταξιδέψετε! Η Κωνσταντινούπολη, τα ζώα της ζούγκλας, ο Χίτλερ με τη γαρία του – όλα εδώ είναι!» διαλαλούσε ο Παπαζηράκλης. Κι οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω του, δίνοντας μερικές δραχμές για να δουν αυτό που φάνταζε σαν θαύμα.
Μέσα από το μικρό παράθυρο του “βίου μάστερ”, τα μάτια τους γέμιζαν με εικόνες πρωτόγνωρες: καταρράκτες που έπεφταν βροντερά, πόλεις που έλαμπαν με φώτα, όμορφες ηθοποιοί με μάτια που έμοιαζαν να ζωντανεύουν. Οι φωτογραφίες ήταν τρισδιάστατες – μαγικές! Άνοιγαν τις καρδιές των ανθρώπων και τους έπαιρναν μακριά από τη σκληρή καθημερινότητα.
Ο Παπαζηράκλης δεν ήταν μόνο ένας διασκεδαστής. Ήταν ο ταξιδευτής που έφερνε τον κόσμο στο χωριό, ο αγγελιοφόρος που έσμιγε ψυχές. Ήταν αυτός που βρήκε την αδελφή της Ειρήνης, της γυναίκας του Θεόδωρου. Όταν ταξίδεψε στη Βέροια και περιέγραφε το Μαυρονέρι, μια γυναίκα με μάτια βουρκωμένα ρώτησε: «Υπάρχει μια Ειρήνη στο χωριό σου;» Ήταν η Πελαγία, χαμένη αδελφή της Ειρήνης, που δάκρυσε μόλις έμαθε πως η οικογένειά της ζούσε ακόμα.
Η ιστορία της επανένωσης των αδελφών έγινε μύθος στο χωριό, όπως κι ο ίδιος ο Παπαζηράκλης. Οι ιστορίες του έμειναν να ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, ακόμα και όταν τα χρόνια πέρασαν και το “βίου μάστερ” ξεχάστηκε.
Όμως, κάθε φορά που κάποιος άνοιγε ένα παλιό κουτί και έβρισκε ξεχασμένα δίσκους με τρισδιάστατες εικόνες, τα μάτια του φώτιζαν. Ήταν σαν να ξαναγεννιόταν η μαγεία, σαν ο Παπαζηράκλης να ζούσε ακόμα και να συνέχιζε το αιώνιο ταξίδι του.
Μια γλυκιά ανάμνηση, ένας θρύλος που μιλούσε για έναν κόσμο πιο φωτεινό, πιο ζωντανό. Έναν κόσμο που φάνταζε μέσα από το μικρό παράθυρο του “βίου μάστερ”.