Ο Γρηγόρης και η Καλημέρα που δεν Ξέχασε Ποτέ . 

Ο Γρηγόρης και η Καλημέρα που δεν Ξέχασε Ποτέ . 

Ο Γρηγόρης  ο Ταμουτσίδης  ήταν άνθρωπος  με χιούμορ . Είχε έναν μοναδικό τρόπο να  κάνει τους γύρω του να γελούν , ακόμα και όταν οι στιγμές ήταν σοβαρές . Ένας χωρατατζής από τους λίγους , που ήξερε να βρίσκει την αστεία πλευρά ακόμα και στα πιο απρόσμενα μέρη . 

 Η δουλειά του δεν ήταν εύκολη . Μαρμαράς στο επάγγελμα , περνούσε πολλές ώρες στα νεκροταφεία , σμιλεύοντας με  μεράκι τα ταφικά μνημεία. Μόνος του , με μοναδική συντροφιά τον ήχο των εργαλείων και τη σιωπή  των “γειτόνων” του. Ήξερε καλά πως η συντροφιά αυτή δεν θα του απαντούσε ποτέ . Ή , τουλάχιστον , έτσι νόμιζε .  

Κάθε πρωί που ανέβαινε στα νεκροταφεία , συνήθιζε να χαιρετά :  

_” Καλημέρα , χωριανοί ” , φώναζε με την δυνατή φωνή του και μετά έπιανε δουλειά. 

Ήταν ο τρόπος του  να σπάει την σιωπή . Ένα αστείο που το έλεγε κάθε μέρα . ” Καλημέρα,  χωριανοί ” και τα μνήματα στέκονταν αμίλητα , όπως πάντα . Όμως μια μέρα ,το αστείο έγινε σοβαρό !  Εκείνο το πρωινό , ο Γρηγόρης ανέβηκε στο νεκροταφείο , όπως κάθε μέρα . Στα χέρια του κρατούσε τα εργαλεία της δουλειάς του και ένα ποτήρι καφέ . 

Όπως κάθε μέρα , άνοιξε την βαριά πόρτα του νεκροταφείου με φόρα και φώναξε δυνατά : ” _”Καλημέρα , χωριανοί ! ”  

Μόνο που αυτή τη φορά , για πρώτη φορά στη ζωή του, ακούστηκε απάντηση . 

 _ ” Καλημέρα , Γρηγόρη ”  

Για μια στιγμή , πάγωσε . Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και το στόμα του μούδιασε από φόβο . Ήξερε καλά πως οι ” χωριανοί” που χαιρετούσε κάθε μέρα , δεν απαντούσαν . Ο καφές έπεσε από τα χέρια του και τα εργαλεία γλίστρησαν από την τσάντα του .  

_”Ποιός μίλησε ; ” ψιθύρισε έντρομος , γυρνώντας το κεφάλι του αργά προς την κατεύθυνση της φωνής .  

Από την γωνία , μέσα από τα κυπαρίσσια , εμφανίστηκε η γιαγιά Ευτέρπη . Η γιαγιά είχε έρθει νωρίς το πρωί  για να ανάψει το καντήλι του άνδρα της . Ήταν μικροκαμωμένη και ούτε την πήρε χαμπάρι ο Γρηγόρης .  

Το “καλημέρα Γρηγόρη ” έκανε τον Γρηγόρη να  τρέξει ,να μην κοιτάξει πίσω του . Πέταξε  τα εργαλεία του  και τον καφέ  όπως ήταν και πήρε την κατηφόρα . Έτρεχε σαν κυνηγημένος, γλιστρώντας στο χώμα , σκοντάφτοντας  στις πέτρες .  

Από τότε το αστείο του Γρηγόρη έμεινε θρύλος στο χωριό . Όποιος ήθελε να πειράξει τον Γρηγόρη ,  του φώναζε από μακριά :  _”Καλημέρα , Γρηγόρη “.  

_ “Καλημέρα και σε σας , βρε αθεόφοβοι ! ” 

Και ο  Γρηγόρης με το αστείρευτο χιούμορ του έφυγε νωρίς για το “μεγάλο ταξίδι ” . Μα οι ιστορίες του έμειναν πίσω ,όπως μένουν οι όμορφες αναμνήσεις . 

 Και αν κάποτε βρεθείτε στο χωριό και ακούσετε κάποιον να φωνάζει _” Καλημέρα,  χωριανοί  ” από την πόρτα του νεκροταφείου να ξέρετε πως κάπου εκεί ζει ακόμα το πνεύμα του Γρηγόρη. Όχι ως “φάντασμα ” , αλλά ως ανάμνηση ενός ανθρώπου που ήξερε να γελά ακόμα και με την ζωή την  ίδια . 

 Καλό ταξίδι Γρηγόρη, οι χωριανοί σου θα απαντούν για πάντα στην καλημέρα σου με ένα χαμόγελο και μια ζεστή ανάμνηση . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή