Ο Δέσκαλον ο Αλέκος στο Μαυρονέρι
Στο Μαυρονέρι, όλοι θυμούνται τον δάσκαλο . Δεν χρειάζεται καν να πουν το όνομά του . Φτάνει να πουν ” ο δέσκαλον ” και όλοι καταλαβαίνουν. Είχε ένα βλέμμα που σε διαπερνούσε σαν ακτίνα φωτός . Κρατούσε στα χέρια του μια βέργα που οι μαθητές κοιτούσαν με δέος και φόβο .
Ήταν ο Αλέκος ο Ιωαννίδης. Ήταν ο άνθρωπος που κουβαλούσε στις πλάτες του την μνήμη , τον πόνο, αλλά και την ελπίδα μιας ολόκληρης γενιάς . Ήταν παιδί προσφύγων . Η καταγωγή του ήταν από το Ελευθεροχώρι Κιλκίς , ένα χωριό όπου οι άνθρωποι πάλευαν με την προσφυγιά και την ανέχεια.
Οι παλιοί έλεγαν γι’ αυτόν : _ “Ο δάσκαλος ήξερε τι σημαίνει φτώχεια και ξεριζωμός. Γι’ αυτό ήταν αυστηρός . Δεν ήθελε τα παιδιά μας να περάσουν ό,τι πέρασε εκείνος. ”
Στην αυλή του σχολείου, όλοι ήξεραν τους κανόνες . Πριν ακουστεί το κουδούνι ,τα παιδιά έπρεπε να είναι στοιχισμένα . Τα αγόρια και τα κορίτσια χωριστά , τα ρούχα τους καθαρά , το κεφάλι ψηλά . Όποιος αργούσε , ήξερε τι τον περίμενε.
Η βέργα χτυπούσε στο θρανίο ή στα χέρια και ο ήχος της έμενε στην μνήμη περισσότερο από τον πόνο . Ήταν η ” φωνή του δασκάλου” που δεν ξεχνιέται .Πολλά παιδιά τον φοβούνταν . Μερικά τον μισούσαν , τουλάχιστον εκείνη την στιγμή .
Στα παιδικά μας μάτια , ο δάσκαλος έμοιαζε με αυστηρό κριτή που έβλεπε τα πάντα και δεν συγχωρούσε λάθη . Ένα ανορθόγραφο ” ι ” , μια πρόταση χωρίς τόνο , ένας αριθμός που ξέφυγε στην αριθμητική ,όλα αυτά μπορούσαν να φέρουν το αυστηρό βλέμμα που πάγωνε την τάξη .
Η βέργα του λειτουργούσε ως σύμβολο εξουσίας αλλά νοιαζόταν για την γνώση και την πρόοδο των παιδιών . Για εκείνον το σχολείο δεν ήταν απλώς ένα κτίριο , αλλά ένας “ναός ” της γνώσης . Και οι μαθητές του δεν ήταν απλά παιδιά , ήταν οι μελλοντικοί εργάτες, επιστήμονες , δάσκαλοι και οικογενειάρχες του χωριού .
Τα παιδιά του Μαυρονερίου ήταν παιδιά της υπαίθρου. Ζωηρά , γεμάτα ενέργεια. Όμως παιδιά ήταν και τα παιδιά . Ποιος να συγκρατήσει την ενέργεια και την ζωντάνια τους ; Οι μεγαλύτεροι μαθητές παρέσυραν τους μικρότερους σε κάθε λογής περιπέτειες .
Ένα από τα αγαπημένα τους “κατορθώματα” ήταν να δένουν ντενεκέδες στις ουρές των γαϊδάρων. Τα παιδιά έβρισκαν σ’ αυτούς την τέλεια ευκαιρία για διασκέδαση . Έδεναν τους ντενεκέδες στις ουρές τους και καθώς έτρεχαν τα ζώα δημιουργούσαν ένα θόρυβο και άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητα .
Ο δάσκαλος τότε έμενε στο χωριό και όλη μέρα γύριζε τις γειτονιές για να βάλει σε τάξη τους άτακτους . Ακόμα και τα μεσημέρια του καλοκαιριού έπρεπε οι γειτονιές και οι αλάνες του χωριού να αδειάζουν από παιδιά για να πηγαίνουν για ύπνο ή ξεκούραση στα σπίτια τους .
Έτσι “έπιασε ” και τους δράστες αυτής της ενέργειας και η τιμωρία ήταν αναπόφευκτη. Ξυλιές με την βίτσα σε όλο το σώμα τους χωρίς διαμαρτυρία . Η βέργα σηκωνόταν και οι άτακτοι με σκυμμένα κεφάλια, έκαναν την “πορεία της ντροπής” , προς τον δάσκαλο . Οι γονείς δεν διαμαρτύρονταν και μάλιστα συμφωνούσαν . Έλεγε συχνά στους γονείς :
“Αν τα αφήσω πως θα μάθουν ποιο είναι το σωστό και το λάθος . Στην ζωή θα βρουν μεγαλύτερα προβλήματα από την βέργα μου . ”
Το σύστημα εκπαίδευσης της εποχής εκείνης δεχόταν την βία .Σήμερα η επιστήμη της παιδαγωγικής έχει αποδείξει ότι η μάθηση ανθίζει καλύτερα σε περιβάλλοντα αγάπης. Και αν ,οι δάσκαλοι εκείνης της εποχής μπορούσαν να δουν ίσως συμφωνούσαν ότι η αυστηρότητα δεν χρειαζόταν να έχει την μορφή βέργας . Γιατί τελικά ο στόχος ήταν ο ίδιος , να μάθουν τα παιδιά γράμματα και ήθος . Ο τρόπος, όμως, ήταν το μεγάλο ζήτημα .
Σε κάθε αντάμωμα στο χωριό οι παλιοί μαθητές θυμούνται τις στιγμές της παιδικής τους ηλικίας._ “Θυμάσαι που μας έβαζε τιμωρία στην γωνία με τα χέρια ψηλά ; ”
_ “Θυμάσαι τον ντενεκέ που βάλαμε στην ουρά του γαϊδάρου; Έγινε ο κακός χαμός “.
_ “Φάγαμε πολύ ξύλο αλλά μάθαμε γράμματα ”
Αλλά υπήρχαν και αυτοί που δεν τον συγχώρησαν ποτέ . Όχι γιατί τους χτύπησε, αλλά γιατί τους έκανε να νιώσουν αδύναμοι .Οι μνήμες διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Για άλλους, ο δάσκαλος ο Αλέκος , ο αυστηρός δάσκαλος του Μαυρονερίου ήταν ο άνθρωπος που τους έσπρωξε να φύγουν από την φτώχεια. Για άλλους , ήταν το ” τέρας ” που τους φόβισε τόσο και δεν ξαναπάτησαν σε τάξη να συνεχίσουν το γυμνάσιο . Κανείς δεν ξεχνά τον δάσκαλο Αλέκο . Κάποιοι τον μνημονεύουν με ευγνωμοσύνη. Άλλοι με θυμό . Οι γρατσουνιές στις παλάμες μπορεί να έσβησαν , αλλά οι γρατσουνιές στην καρδιά μένουν πιο βαθιά .
Στο χωριό μας οι παλιές ιστορίες ζωντανεύουν, θυμούνται τις αταξίες τους αλλά θυμούνται το βλέμμα του δασκάλου που έβλεπε μακριά . Έβλεπε όχι τα παιδιά που ήταν ,αλλά τους ανθρώπους που θα γίνονταν . Και ,τελικά , είχε δίκιο .
Αυτός ο δάσκαλος έφυγε από το χωριό μας , μα τα λόγια του έμειναν για πάντα. ” Να μιλάτε δυνατά και να έχετε θάρρος στη ζωή.” έλεγε . Και τα παιδιά του Μαυρονερίου, που τότε φοβούνταν την βέργα , κατάλαβαν ότι εκείνος ο δάσκαλος τους είχε δώσει κάτι πολύ πιο δυνατό από τον φόβο . Το θάρρος να διεκδικήσουν το μέλλον τους .