Ο Ζουρνατζής του Μαυρονερίου. 

Ο Ζουρνατζής του Μαυρονερίου. 

Ο Σάββας ήταν ένας από τους πολλούς πρόσφυγες που έφτασαν στο Μαυρονέρι με την ελπίδα να βρουν έναν νέο τόπο για να ξεχάσουν τα δεινά, που είχαν αφήσει πίσω στην Πατρίδα. ‘Ηταν νέος  γεμάτος όνειρα και ανησυχίες αλλά κουβαλούσε μαζί του την κληρονομιά ενός κόσμου που , αν και μακρινός , ποτέ δεν έπαυε να ζει μέσα του .  

 Ο Σάββας Ξενίδης  του Νικολάου ήταν αδελφός μιας μεγάλης οικογένειας και γεννήθηκε το 1878 , στο Χάσκιοϊ του Αρνταχάν του Καυκάσου. Εκεί έμαθε να παίζει ζουρνά γιατί το ήθελε με όλη την ψυχή του . Ο ζουρνάς ήταν το όργανο που κουβαλούσε την μνήμη της Πατρίδας του , την μνήμη των πανηγυριών , των γλεντιών , της ζωής του εκεί, πριν η ιστορία τον οδηγήσει στο δρόμο της προσφυγιάς . Κι εδώ στην νέα πατρίδα του ο Σάββας έφερε τον ζουρνά του,  που έγινε το μέσον  να επικοινωνήσει με τον κόσμο γύρω του , με τις νέες ρίζες , με τον τόπο που τον είχε υποδεχθεί .  

 Στον νέο τόπο ήρθε το 1922 με την γυναίκα του την Σουσάνα , Σουσούκ λεγόμενη και τις τρεις κόρες του την Σοφία (Κεσίδου)  , την Όλγα  (Χριστοφορίδου) και την Χριστίνα ( Θεοδωρίδου ).  Από τις περιγραφές των κοριτσιών του μαθαίνουμε πως  βγήκαν στο λιμάνι του Βατούμ  στην Μαύρη Θάλασσα και έφτασαν με ταλαιπωρία στην Θεσσαλονίκη . Μετά οι δικοί τους όλοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Μαυρονέρι και στο χωριό Άνω Απόστολοι. 

Ο Σάββας με την μουσική του κατέκτησε την καρδιά των ανθρώπων γύρω του . Μέσα από τις νότες του ζουρνά έφερε κοντά τους ανθρώπους του Μαυρονερίου και τους μετέφερε σε έναν άλλον κόσμο γεμάτο μουσική και χαρά .  Έτσι ο Σάββας ο ζουρνατζής του Μαυρονερίου ήταν και ο φορέας μιας παράδοσης, που ούτε ο πόνος ούτε η προσφυγιά μπορούσαν να του την πάρουν .  Αν τον ρωτούσες γιατί  παίζει θα σου έλεγε ότι δεν ξέρει να ζει αλλιώς .  Ο ζουρνάς γι’ αυτόν ήταν η φωνή του , η ψυχή του,  η ανάμνηση της Πατρίδας που άφησε πίσω ,αλλά δεν ξέχασε.  Παίζοντας έφερνε στην μνήμη του  την πλατεία του Χάσκιοϊ με τους χορούς και τα τραγούδια των παιδικών του χρόνων , τα πρόσωπα που αγάπησε και έχασε εκεί.  

Έπαιζε στην μέση του κύκλου των χορευτών  μέχρι το ξημέρωμα , ακούραστος , με τον ιδρώτα να κυλάει στο πρόσωπό του και ο ήχος από τον ζουρνά να γεμίζει το αέρα  του  Μαυρονερίου με νότες .  

 Περνώντας τα χρόνια ο Σάββας αρρώστησε . Ήταν μόνο 63 χρόνων τα δύσκολα χρόνια , το 1941. Τα χέρια του έγιναν αδύναμα και δεν μπορούσε να φυσάει όπως παλιά .  Προσπαθούσε με όση δύναμη είχε να παίζει τον ζουρνά του και η μουσική του να ταξιδεύει στον αέρα.  

Ο Σάββας σταμάτησε να παίζει μόνο όταν σταμάτησε να ζει.   Το χωριό βυθίστηκε στην θλίψη από την γρήγορη αναχώρηση του Σάββα στους ουρανούς . Οι πλατείες και οι δρόμοι που κάποτε αντηχούσαν από τους ήχους του ζουρνά, έμειναν βουβοί . Μα οι άνθρωποι του Μαυρονερίου ήξεραν πως ο Σάββας δεν έπρεπε να φύγει μόνος του . Ο ζουρνάς του , αυτό το μικρό ξύλινο όργανο έπρεπε να τον συντροφεύει  και στο  τελευταίο του ταξίδι .  

Την ημέρα της κηδείας του το φέρετρό του ήταν στολισμένο με  λουλούδια , μια τιμή για το άνθρωπο  που έκανε την φύση μουσική . Δίπλα στο σώμα του τοποθέτησαν τον ζουρνά του όπως ήταν , φθαρμένος από τα χρόνια ,αλλά γεμάτος ιστορίες .  Καθώς το φέρετρο κατέβαινε στο χώμα κάποιος , από τους παλιούς του φίλους φύσηξε για τελευταία φορά στον ζουρνά .  Η μελωδία του ανέβηκε στον ουρανό , λυπητερή και γλυκιά , σαν αποχαιρετισμός αλλά και σαν υπόσχεση πως  ο Σάββας δεν θα ξεχαστεί ποτέ . Οι συγχωριανοί ψιθύριζαν : ” Πήρε μαζί του τον ζουρνά για  να παίζει στου Παραδείσου τις γειτονιές.” Ήταν η μόνη σκέψη  που μπορούσε να τους παρηγορήσει . Φαντάζονταν τον Σάββα να στέκεται ξανά στην μέση ενός  κύκλου χορευτών , εκεί ψηλά , να παίζει για τις ψυχές , όπως έπαιζε πάντα για τους ανθρώπους.  

Ο ζουρνάς του Σάββα του Ξενίδη δεν σώπασε ούτε στον θάνατο . Έγινε κομμάτι της αιωνιότητας, μια μελωδία  που αντηχεί στις καρδιές εκείνων που τον γνώρισαν . Οι νότες του έμειναν χαραγμένες στις καρδιές τους , για να τους θυμίζουν πως ο Σάββας ο ζουρνατζής δεν έφυγε στ’ αλήθεια αλλά ήταν εκεί σε κάθε γλέντι , σε κάθε τραγούδι .Και η μουσική του ήταν μνήμη , παράδοση  και ζωή . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή