Ο Κουρέας του Μαυρονερίου
Στο Μαυρονέρι, εκεί όπου οι αυλές μοσχοβολούσαν λουλούδια και τα σοκάκια αντηχούσαν παιδικές φωνές υπήρχε μια μικρή πόρτα που άνοιγε σε έναν άλλο κόσμο , το κουρείο του Σόλωνα Καλτσίδη.
Ένα χαμηλό πλινθόκτιστο σπιτάκι, με έναν καθρέφτη κρεμασμένο απέναντι από την παλιά ξύλινη καρέκλα κι ένα τραπέζι γεμάτο ξυράφια, χτένες και μπουκαλάκια. Μα πάνω απ’ όλα, μύριζε λεβάντα και σαπούνι ξυρίσματος.
Ο Σόλων ή Σολομών , όπως τον βάφτισαν μα κανείς δεν τον φώναξε ποτέ έτσι, ήταν ο μπαρμπέρης του χωριού. Μπαρμπέρης — από τη γαλλική λέξη barbe, μούσι — γιατί δεν ήταν μόνο το κούρεμα, αλλά ήταν η φροντίδα του μουστακιού, η κόμη που έπρεπε να σταθεί περήφανη, το γένι που ήθελε χάδι με το καλά ακονισμένο ξυράφι.
Το ψαλίδι έπαιζε σαν μουσικό όργανο. Στο λουρί τρόχιζε το ξυράφι με θρησκευτική ευλάβεια. Ένα νεύμα, μια σαπουνάδα, μια ξυριστική κίνηση κι ύστερα το άρωμα να σβήνει την κάψα του οινοπνεύματος. «Με τις υγείες σου», έλεγε ο Σόλων κι ήταν ευχή .
Στο κουρείο δεν έμπαινες μόνο για τα μαλλιά. Εκεί έμπαινες για να ακουμπήσεις τον καημό σου, να πεις το μυστικό που δεν άντεχες να κρατάς. Ο Σόλων ήξερε, άκουγε, χαμογελούσε και σπανίως μιλούσε. Ήταν ψυχή και αφτί μαζί , ο εξομολογητής του χωριού.
Και κάποιες μέρες έβγαινε στους μαχαλάδες με την εργαλειοθήκη του. Στήνονταν το υπαίθριο κουρείο στον ίσκιο μιας συκιάς ή στο κατώφλι κάποιου σπιτιού , γιορτή μεγάλη. Άντρες καθισμένοι γύρω, καπνός από τα τσιγάρα, κουβέντα για τα χωράφια, τα ζωντανά, τα νέα του χωριού που σέρνονταν από στόμα σε στόμα κι έφταναν πρώτα στον Σόλωνα. Τα παιδιά τριγύρω, με μάτια γουρλωμένα να κοιτούν το ξυράφι που έγλυφε τα γένια των πατεράδων τους.
Μα ο Σόλων δεν ήταν μόνο μπαρμπέρης. Το κουρείο του μύριζε και ούζο . Ήταν και ουζερί, κι έγινε καφενείο, κι ήταν πρακτορείο ειδήσεων και σχολείο για όποιον είχε μάτια κι αυτιά να μάθει. Κάθε ψιθυριστό νέο περνούσε πρώτα απ’ τον καθρέφτη του κι ύστερα ταξίδευε στα σπίτια.
Τα χρόνια κύλησαν. Ήρθαν μηχανές κουρέματος, τα αγόρια κουρεύτηκαν «γουλί» κι άφηναν μονάχα μια φράντζα να χορεύει στο μέτωπο , μια μόδα που κράτησε όσο να μεγαλώσουν κι αυτοί να πάνε στρατιώτες. Οι κοπέλες, αργότερα, πήραν κι αυτές θάρρος. Έκοβαν τα μαλλιά τους , τα τύλιγαν με σκοινιά, έκαναν περμανάντ, έβαζαν ρολά και λακ για να φουσκώνουν τα μαλλιά, να στέκονται ατσαλάκωτα στις γιορτές.
Μα παλιά κομμώτρια στο Μαυρονέρι δεν υπήρχε. Ο Σόλων έφτιαχνε τους άντρες, οι γυναίκες έπλεκαν τις κοτσίδες μόνες. Και στις φωτογραφίες τις παλιές, τις ασπρόμαυρες, βλέπεις πάντα τον κόπο του. Φρεσκοξυρισμένους σβέρκους , μουστάκια τεντωμένα, βλέμμα καθαρό, κούτελο γυαλισμένο.
Ο ίδιος ο Σόλων ήταν πάντα έτοιμος για δουλειά. Από το 1955 είχε και το τριορ με τον γιο του τον Βαγγέλη ,τη μηχανή που καθάριζε το στάρι για σπόρο. Ήξερε να φτιάχνει ρολόγια, να διορθώνει μηχανικά μέρη, να βοηθά όποιον χρειαζόταν χέρι στα δύσκολα. Θυμάμαι παραμονή Χριστουγέννων , ήρθε στην αυλή μας να σφάξει το γουρούνι. Με μαχαίρι που το κρατούσε σαν νυστέρι, το έγδυσε με σεβασμό, για να ’χει το σπίτι κρέας όλο τον χειμώνα.
Γεννήθηκε στην Τσάλκα της Γεωργίας το 1918, όταν οι γονείς του, ο Αλέξιος κι η Ναταλία, άφησαν το Σουπατάν του Καρς να γλιτώσουν τη μανία των Τούρκων. Μα ούτε εκεί ρίζωσαν. Το 1920 ήρθαν στο Μαυρονέρι, κι εκεί ο Σόλων έστησε την τέχνη του και μεγάλωσε τα παιδιά του . Από τα οκτώ αδέρφια του έμεινε μόνος με τον Βασίλη κι από τότε κράτησε τους Μαυρονεριώτες σε ομορφιά , κουρεύοντάς τους και ακούγοντάς τους.
Έφυγε το 2009, μα ο καθρέφτης του ακόμα στέκει στο παλιό σπιτάκι. Και λίγες από τις χτένες του, τις μηχανές, τα ξυράφια, τα κρατά ο γιός του, ο Βαγγέλης ως κειμήλια ,ως ενθύμια του πατέρα του .
Κι έτσι, το κουρείο του Σόλωνα έμεινε να στέκει βουβό, μάρτυρας μιας εποχής που έφυγε, μα δεν χάθηκε. Οι μυρωδιές της λεβάντας, οι ψίθυροι των ανδρών, το κροτάλισμα της ψαλίδας και το “με τις υγείες σου” αντηχούν ακόμη στις μνήμες όσων πέρασαν από την καρέκλα του. Σαν παλιό ρολόι που σταμάτησε, μα δεν έπαψε να μετρά τον χρόνο στις καρδιές των ανθρώπων. Γιατί το κουρείο του Σόλωνα δεν ήταν τόπος συνάντησης, κουβέντας και ζεστασιάς. Ήταν κομμάτι της ψυχής του Μαυρονερίου. Και θα παραμένει για πάντα εκεί, στις αφηγήσεις και στις φωτογραφίες, για να θυμίζει σε όλους μας πως τα μικρά μαγαζιά κάποτε κράτησαν ζωντανά ολόκληρα χωριά.