Ο Μπουφές ,η Σερβάντα στο Μαυρονέρι
Θα ήθελα να ανοίξουμε μια “σερβάντα”, εκείνο το έπιπλο που ήταν με βιτρίνες επάνω και κάτω είχε ντουλαπάκια . Θα πάρουμε το κλειδάκι του και θα αποκαλυφθεί όλη η ομορφιά του και όλα τα κομψοτεχνήματα που έκρυβε. Γιατί συνήθως ήταν κλειδωμένο.
Οι νοικοκυρές έκρυβαν τον θησαυρό τους εκεί και τον φυλούσαν σάν τα μάτια τους. Και πραγματικά ήταν θησαυρός το περιεχόμενό του. Είναι ευκαιρία να μπούμε στον πιό όμορφο χώρο του φτωχικού σπιτιού των γιαγιάδων μας και μαμάδων μας, στην σάλα, στο σαλόνι.
Σε κάθε σπίτι θυμάμαι τον στολισμένο μπουφέ, που δεν ήταν ένα έπιπλο . Ήταν ένα ζωντανό μουσείο της οικογενειακής ιστορίας. Ανοίγοντας τις δύο βιτρίνες από το σερβάντα, μάς παρουσιάζονται οι φλυτζάνες του τσαγιού και τα φλυτζανάκια του καφέ. Στο άλλο ράφι είναι η κουταλοθήκη, με τα κουταλάκια κρεμασμένα γύρω της ασημένια συνήθως. Και δίπλα η καράφα με τα ποτήρια του λικέρ.
Στο κάτω μέρος είναι αραδιασμένα τα πορσελάνινα πιάτα με τις πιατέλες . Στον μπουφέ μέσα είναι τα πιατάκια της πάστας και του γλυκού. Ο δίσκος που κερνάνε έχει έτοιμα, παρατεταγμένα, τα ποτηράκια του λικέρ από λευκό γυαλί με ποδαράκι ‘ρόκα ‘.
Άνοιξα κι εγώ την κρυσταλλιέρα μου, πήρα τα ποτήρια που έχω ενθύμιο και σας τα περιγράφω . Λευκή κρυσταλλίνη, φινετσάτη, ποτήρι του κρασιού. Έχει παραστάσεις από κληματαριά και τα σταφύλια κρέμονται από τα κλήματα και καλύπτουν όλο το ποτήρι . Ενθύμιο από την πεθερά μου Μαιρούλα Παπαδοπούλου από το Μαυρονέρι .
Μικρό γυάλινο ποτήρι με ποδαράκι του λικέρ.
Ενθύμιο από την γιαγιά Χριστίνα Θεοδωρίδου από το Μαυρονέρι .
Μικροτεχνίες .Είναι σαν να μην τα άγγιξε ο χρόνος .Όταν τα βλέπουμε μας προκαλείται μια νοσταλγική διάθεση .
Στο μεγάλο τραπέζι που είναι μπροστά στη σερβάντα ή στον μπουφέ, απλωμένο με μεράκι, το βελούδινο τραπεζομάντηλο με κρόσσια, που είχε κάθε προίκα. Ήταν κόκκινο ή πράσινο και απαράμιλλης ομορφιάς πολύτιμο κειμήλιο.
Όλα αυτά έχουν την ψυχή αυτών, που μας τα άφησαν .
Στο μονό ντιβάνι ήταν στρωμένο το καλό ντιβανοσκέπασμα υφαντό κίτρινο ή κόκκινο με ‘φλος’ κλωστή. Οι μαξιλάρες ακουμπισμένος στον τοίχο και κεντημένες σε τσουβάλι ή υφαντές. Τα μαξιλαράκια του ‘λούσου” ήταν από σατέν ύφασμα με βυζαντινή βελονιά .
Κάτω στο πάτωμα το υφαντό χαλί που έφτιαξαν στον αργαλειό. Πόσος κόπος στον αργαλειό και πόσες ώρες σκυμμένες πάνω του . Χέρια και πόδια δούλευαν βιαστικά για να συνθέσουν αυτά τα χαλιά .
Τα μικρά παράθυρα κάλυπταν οι μικρές κουρτίνες, από άσπρο ‘χασέ ‘ ύφασμα με τελείωμα μεγάλη δαντέλα , περασμένη σε σιδερένια κουρτινόβεργα .Επειδή δεν είχαν παραθυρόφυλλα έβαζαν από πάνω ένα χοντρό ύφασμα .
Στον τοίχο πάντα το κάδρο με τις Τρείς Χάριτες, τις θεές της γοητείας και της γονιμότητας . Ήταν ο μοναδικός πίνακας μέσα στο σπίτι. Πάνω στον μπουφέ φωτογραφίες κάποιου συγγενή με την ποντιακή φορεσιά . Κάθε φλυτζανάκι , κάθε ποτήρι , κάθε κεντημένο ύφασμα είχε την δική του φωνή , την οποία μόνο η καρδιά μπορούσε να ακούσει. Ήταν η απόδειξη της αγάπης , του κόπου και τής φροντίδας της γυναίκας της οικογένειας . Αυτά δεν ήταν μόνο διακοσμητικά αντικείμενα , αλλά φορείς μνήμης και πολιτισμού .
Αναπολώντας το παρελθόν χωρίς να είμαστε κολλημένες σε αυτό, ας βγάλουμε από την ναφθαλίνη και την αφάνεια αυτά τα υπέροχα κομμάτια για να τα χαρούμε. Το κάθε ποτήρι και το κάθε κέντημα είναι μια σελίδα της κοινής μας ιστορίας . Ίσως , λοιπόν , αξίζει να ανοίξουμε τις σερβάντες και τα σεντούκια ,όχι μόνο για να δούμε τα παλιά αντικείμενα, αλλά για να νοιώσουμε την παρουσία των δικών μας ανθρώπων που έφυγαν αλλά παραμένουν παρόντες στις μνήμες μας .
Να τα φυλάμε και να τα φιλάμε και να τα χαιρόμαστε όσοι τα έχουμε . Να θυμόμαστε ό,τι ζήσαμε με τους αγαπημένους μας ανθρώπους, γιατί κουβαλούν μνήμες.
Σαν ένα μικρό ταξίδι στον χρόνο με μια δόση νοσταλγίας από τα παλιά!
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
Έτος 2023