Ο Μύλος του Αποστολάρ
Στην πλατεία του διπλανού χωριού του Αποστολάρ , εκεί όπου οι πέτρες είχαν ποτίσει από τον ιδρώτα και τον μόχθο γενεών, δέσποζε ο μύλος με τις δυο μεγάλες μυλόπετρες. Ολοι τον έλεγαν τίγκι ή τιγκ.
Ένα “τίγκι” (μικρός μύλος) βρισκόταν και στην αυλή του Ισάκ του Κωφίδη, όπου εξυπηρετούσε όλους.
Τις πέτρες αυτές τις γύριζε αργά κι επίμονα ένα υπομονετικό γαϊδουράκι, που γνώριζε το μονοπάτι της δουλειάς καλύτερα κι από τον ίδιο τον μυλωνά.
Τα παιδάκια του χωριού συνήθιζαν να μαλώνουν ποιο θα κρατήσει το γαϊδουράκι στον μύλο, λες και ήταν το πιο σπουδαίο παιχνίδι.
Τσακώνονταν με πείσμα για το ποιο θα ’χει την τιμή να κρατήσει το γαϊδουράκι στον μύλο, σαν να τους ανήκε ένα μικρό κομμάτι από τη χαρά και τον μόχθο των μεγάλων. Και οι φωνές του μπλέκονταν με το τρίξιμο της πέτρας.
Στο κέντρο της πέτρας άνοιγε μια τρύπα και εκεί οι χωριανοί, με το ξύλινο φτυάρι στο χέρι, έριχναν το στάρι. Καθώς οι πέτρες έσμιγαν με το γύρισμα, το χρυσάφι του κάμπου γινόταν μικρά κομμάτια, το κορκότο, πολύτιμο όσο και το ψωμί.
Ανάλογα με το άνοιγμα ανάμεσα στις δύο πλευρές γινόταν το κορκότο ,το μπλιγούρι ή μπλουγούρ και ο γερμάς που ήταν κι αυτά σπασμένα σιτάρια. Αυτά όλα χόρτασαν τον κόσμο .
Το κορκότο δεν έλειπε ποτέ από τον τανωμένο τσορβά, το πιο χορταστικό κι αγαπημένο έδεσμα. Με λίγο βούτυρο να μοσχοβολάει και πασκιτάν να δίνει νοστιμιά, χόρταινε στόματα πολλά, στόματα φτωχών και κουρασμένων, ανθρώπων που είχαν μάθει να ευχαριστιούνται με τα απλά.
Το κορκότο ήταν πολύτιμο για την καθημερινή διατροφή, μα κυρίως για το πιο χαρακτηριστικό φαγητό της περιοχής, τον τανωμένο τσορβά. Δεν ήταν μόνο φαγητό της καθημερινότητας. Σε γιορτές και κυρίως στους γάμους στο Αποστολάρ και στο Μαυρονέρι, ο τσορβάς μαγειρευόταν σε μεγάλα καζάνια, ώστε να χορτάσει πλήθος κόσμου. Ήταν το πρώτο φαγητό που σέρβιραν στους καλεσμένους, ένα πιάτο που έφερνε ζεστασιά και συμβόλιζε τη φιλοξενία και την αφθονία του σπιτιού.
Ολόκληρο το χωριό πήγαινε στο μύλο να αλέσει το σιτάρι του και να γυρίσει με τα σακιά γεμάτα τροφή.
Από το χωριό μας ,Μαυρονέρι, έβλεπες τα κάρα να ξεκινούν φορτωμένα με τσουβάλια στάρι, να τραβούν προς το γειτονικό, συγγενικό χωριό, τους Άνω Αποστόλους. Η Τατιανή Χρυσοστομίδου με τον Λάμπη δεν έχαναν ευκαιρία. Συνδύαζαν την άλεση στο μύλο με την επίσκεψη στην Αντιγόνη ,γνωστή ως Μερτζάν, την αδελφή του Λάμπη, που ήταν από τις γνωστές φυσιογνωμίες του τόπου.
Στο δρόμο συναντούσες και τη Χριστίνα Θεοδωρίδου με τον άντρα της, τον Θόδωρο τον Τοντόρ, πάνω στο κάρο με τα μουλάρια, φορτωμένο στάρι. Όσο οι μυλόπετρες δούλευαν, η Χριστίνα έβρισκε καταφύγιο στο σπίτι της αδελφής της, της Όλγας Χριστοφορίδου κι εκεί οι δυο γυναίκες αντάλλασσαν τα νέα τους.
Και πιο πέρα, έβλεπες τον Άβελ Παπαδόπουλο, να περνά πρώτα από το σπίτι της αδελφής του, της Σόφης, της γυναίκας του Κωνσταντή Αλμασίδη, πριν φτάσει στο μύλο. Όλοι οι δρόμοι έδεναν σε τούτο το σημείο, εκεί όπου οι χωρικοί περίμεναν καρτερικά τη σειρά τους, μα και συζητούσαν. Ο μύλος ήταν τόπος εργασίας, αλλά και τόπος επικοινωνίας, όπου οι οικογένειες διατηρούσαν ζωντανή τη συνοχή τους. Στην αναμονή δεν έλειπαν ποτέ οι κουβέντες για αρραβώνες, για τα σουμαδέματα, για τους γάμους που ετοιμάζονταν.
Κι εκείνη τη φορά όλοι μιλούσαν για τον γάμο που θα γινόταν την ερχόμενη Κυριακή στο Αποστολάρ. Τα δυο χωριά, Μαυρονέρι κι Άνω Απόστολοι, θα ενώνονταν στο πανηγύρι. Το έθιμο της «σατσού» θα γέμιζε το σπίτι του γαμπρού με δώρα και χρήματα, ενώ τα κλαρίνα, οι λύρες και τα νταούλια θα αντηχούσαν στους δρόμους, παρασέρνοντας μικρούς και μεγάλους στο χορό.
Και οι πρόσφυγες ένιωθαν πως, ακόμη κι αν είχαν αφήσει πίσω τους τις μακρινές πατρίδες, οι παραδόσεις τους ζούσαν και ρίζωναν στα νέα χώματα.
Οι κάτοικοι των δύο χωριών, πρόσφυγες όλοι από τις ίδιες μακρινές πατρίδες του Καυκάσου και του Πόντου, κράτησαν τις παραδόσεις τους ζωντανές. Στα νέα χώματα, ο μύλος έγινε σύμβολο αυτής της συνέχειας. Άλεθε το σιτάρι του κάμπου, αλλά συγχρόνως άλεθε και τη μνήμη, δίνοντας μορφή σε μια καθημερινότητα που έδενε το παρόν με το παρελθόν.
Αυτό ήταν το νήμα που κρατούσε ζωντανή τη μνήμη των μακρινών πατρίδων. Ήταν ο τρόπος των προσφύγων να λένε πως, ακόμη κι αν άλλαξαν οι τόποι, οι καρδιές τους δεν άλλαξαν. Παρέμειναν δεμένες με τα παλιά έθιμα, με τα τραγούδια και τις γεύσεις που κουβάλησαν από πέρα.
Ο μύλος δεν άλεθε μόνο στάρι. Άλεθε και μνήμες, άλεθε τη ζωή ολόκληρη του τόπου.
Ο μύλος, το κορκότο και ο τανωμένος τσορβάς έγιναν σύμβολα της επιβίωσης, της κοινότητας και της μνήμης. Μέσα από αυτά, τα χωριά κράτησαν δεμένους τους ανθρώπους τους και συνέχισαν τον κύκλο της ζωής όπως τον είχαν μάθει από τους προγόνους τους.
Οι πέτρες του μικρού μύλου, μάρτυρες μιας άλλης εποχής, στέκουν ακόμη στην πλατεία του χωριού.