Ο Μύλος του Μαυρονερίου . 

Ο Μύλος του Μαυρονερίου . 

Έ παιδία ντό λέτε παμ’ς ση χαμαιλέτε !  

Πολλά τραγούδια του Πόντου έχουν καταγράψει το σημείο αυτό , σε κάθε τόπο που ήταν η “χαμαιλέτε”όπως τον αποκαλούσαν  οι άνθρωποι του χωριού , δηλαδή ο μύλος,  όπου πήγαιναν το στάρι και έπαιρναν αλεύρι .  

Πέρα από τα σπίτια του Μαυρονερίου, εκεί όπου η γη απλωνόταν ήρεμα , υπήρχε ο μύλος . Ένας τόπος γεμάτος μνήμες και ιστορίες , όπου οι μυλωνάδες  εργάζονταν σκληρά και μας έδιναν το άσπρο αλεύρι,   για το ψωμί μας.  

Το κύριο είδος της διατροφής μας είναι το ψωμί . Γι’ αυτό και οι πρόγονοί μας  ενδιαφέρονταν  να  εγκατασταθούν  σε μέρη,  που θα μπορούσαν να τα καλλιεργήσουν με αυτό το βασικό δημητριακό . Όλη η κούρασή τους , όλος ο αγώνας τους , όλος ο ιδρώτας τους ήταν γύρω από την καλλιέργεια και επεξεργασία αυτού . Έτσι μετά τον θερισμό και αλωνισμό έπαιρναν τον ευλογημένο αυτό καρπό,  που  με το άλεσμα έδινε την χρήσιμη σκόνη , το αλεύρι. Με αυτό θα έφτιαχναν τα νόστιμα αφράτα ψωμιά τους , τις γιοχάδες τους , τους τραχανάδες τους , τα πιροσκί , τα πισία , το ευριστόν, τα λαβάσια .  

Στον  μύλο θα άλεθαν το καλαμπόκι για να πάρουν το καλαμποκάλευρο,  για να φτιάξουν το χαβίτς .  

Ο μύλος στο Μαυρονέρι βρισκόταν στην άκρη του χωριού κοντά στο γήπεδο . Ιδιοκτήτης ήταν ο Χατζημπαχάρης ο Θανάσης με τον γιό του Γιάννη , που τον φώναζαν Γιαννή . Ο Χατζημπαχάρης Θανάσης  ήταν πρόσφυγας από την Ανατολική Θράκη και ζούσε στο χωριό  Βαπτιστή ( Χαϊνταρλί )  του Κιλκίς . Στο Μαυρονέρι ήρθε ώς γαμπρός του παπά – Λεφίδη και παντρεύτηκε  την  Καλλιόπη την  κόρη του παπά . Απέκτησε μαζί της δύο παιδιά την Βάσω και τον Γιάννη και ζούσαν στο Μαυρονέρι . Το σπίτι τους ήταν πίσω από του Σόμκα .Από την πρώτη στιγμή που πάτησε το πόδι του στο Μαυρονέρι , η γη του χάρισε τη δύναμη να χτίσει την καινούργια του ζωή .  Με τα χέρια του,  γέννησε  και τον μύλο ,εκείνον τον τόπο που έδινε ζωή στους ανθρώπους του χωριού .  

Στον μύλο έφερναν με τα κάρα  τα τσουβάλια με το σιτάρι και το καλαμπόκι και έπαιρναν αλεύρι . Περίμεναν πολλές ώρες και ο  μπάρμπα- Θανάσης μπαινόβγαινε  με το μολύβι στο αυτί και  “επήκεν τα λογαρίας ” , τόσο στάρι , τόσο αλεύρι και μείον  τα αλεστικά. Τα μουστάκια του ήταν σαν του Άη Βασίλη κάτασπρα και στα βλέφαρά του  είχε σκαλώσει αλεύρι επίσης .  Ο γιός του ο Γιαννής φόρτωνε με έναν βοηθηστά τα τσουβάλια και τα έριχνε στις μυλόπετρες .  Οι μυλόπετρες, 

που άλεθαν με υπομονή το στάρι και το καλαμπόκι , ήταν οι ήρωες  αυτής της καθημερινής ιστορίας .  

Δύσκολη δουλειά με σκόνη και θόρυβο . Όλοι φώναζαν δυνατά . Μέσα αλέθονταν    τα στάρια του Τοντόρ του Θεοδωρίδη . Έξω περίμενε το κάρο με το φόρτωμα τού Θανασού του Παπαδόπουλου που έπιασε κουβέντα με τον Άζο τον Χρυσοστομίδη . “Περιμένει η κυρά το αλεύρι να κάνει τα πιροσκί , άκρη καιρού , ίσα ίσα ήρθε το τελευταίο τσουβάλλ ” ,  είπε ο Θανάσης και ο Γρηγοριάδης ο Σάββας είπε πως φέτος πήγε καλά η χρονιά . “Γέμισαν τα αμπάρια και θα χορτάσει ο κόσμος ψωμί “.   

Όλες οι χρονιές δεν ήταν ίδιες . Οι σπορές  ήταν ίδιες, αλλά οι καιροί άλλαζαν . Ξηρασία , παγωνιά   ή πολλές βροχές  δεν βοηθούσαν στην καρποφορία. 

 ‘Κάτω από τον Θεό είμαστε ”  είπε ο Βασιλειάδης ο Φώτης,  που περίμενε  πιό εκεί την σειρά του . 

 Τα άλογα είχαν  υπομονή και περίμεναν . Άλλωστε από αυτόν τον μύλο θα έρθει και το δικό τους μερίδιο , η τροφή τους . Όχι μόνο άχυρα , έτρωγαν και πίτουρα , κριθάρι και βρώμη . Σε αυτό το μέρος συναντιόταν οι χωριανοί και αντάλλασσαν τις απόψεις τους και μάθαιναν τα νέα του  χωριού .  

” Άιντε  αρραβωνιάστηκε η Συμέλα του Αναστασιάδη του Γιάννη  με τον Γιώργο του  Γιόκου .” Μπράβο , μπράβο . “Αυτές τις μέρες θα μάθουμε και άλλο νέο” . 

“Θα έχουμε κι άλλα σουμαδέματα αλλά δεν πρέπει να το πω ακόμη,  είναι μυστικό” . 

“Ο Περικλής  της Σουσάνας πήρε καινούργιο κάρο ,πολύ δυνατό . Απ’ τον Θεόφιλο στο Αλή- Χοτζαλάρ (Μικρόκαμπο)”. 

  Έτσι με αυτά και με κείνα περνούσαν την ώρα τους στην χαμαιλέτε και το σταράκι τους γινόταν αλεύρι που το περίμεναν πώς και πώς οι νοικοκυρές του χωριού για να πλάσουν όλα τα καλούδια . Η δουλειά στον μύλο δεν ήταν μόνο μια συνήθεια. Ήταν μια συνέχεια , μια ζωντανή μνήμη που ενσωματώνει την ιστορία και τις παραδόσεις .  Ο μύλος ήταν το σημείο συνάντησης των χωριανών και παραμένει ένα σύμβολο της αδιάκοπης δουλειάς και του μόχθου, που χαρακτήριζε το Μαυρονέρι . Μέσα από την κουβέντα , το άλεσμα του σταριού και τις ατέλειωτες ώρες αναμονής,  δημιουργήθηκαν δεσμοί που κρατούν ακόμα ζωντανούς τους ανθρώπους του Μαυρονερίου.  

Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου  

Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή