Ο Ουζούν Ισάκ 

Ο Ουζούν Ισάκ 

Ήταν ο Ισαάκ Παπαδόπουλος, γεννημένος το 1888 στα κρύα του Χάσκιοϊ του Αρνταχάν, εκεί στον Καύκασο, που οι άνεμοι φυσούν γεμάτοι χιόνια και θύμησες. Τον έλεγαν Ουζούν Ισάκ , μακρύ, ψηλό Ισάκ ,κι ήταν όνομα και προίκα μαζί, γιατί το ύψος του περνούσε απ’ τον ίδιο στα παιδιά του κι ακόμη πιο πέρα, σαν κληρονομιά αμίλητη και περήφανη. 

Στάθηκε πρόσφυγας στο Μαυρονέρι, κουβαλώντας μαζί του το μπόι του, τις μνήμες και την Κυριακή του,  την Κυριακή Παπαδοπούλου, γεννημένη το 1895 στο Τσατάχ του Πόντου, χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές, που κι αυτό ξεριζώθηκε και ρίζωσε ξανά στο χώμα του Καυκάσου πριν φέρει τα βήματά της στο Μαυρονέρι. 

Μαζί τους έσπειραν νέα ζωή , τον Κώστα , που όλοι τον φώναζαν Κότο, τη Μαρία κι έπειτα τον Παναγιώτη. Τα χρόνια κυλούσαν μέσα στα στάρια, στα αλώνια και στα ζωντανά της αυλής. Βούτυρα, τυριά, σακιά γεμάτα σιτάρι και άσπρα αλεύρια , αυτά τους έθρεφαν και τους κράτησαν όρθιους, ακόμη και τότε που όλη η Ελλάδα πείναγε, μαύρη απ’ την Κατοχή κι από τον φόβο. 

Εκείνα τα χρόνια οι νοικοκυρές φρόντιζαν να έχουν κάτι πάντα στην άκρη ,λίγο τυρί στον ντενεκέ, βούτυρο στο κιούπι,  ψωμιά ζυμωμένα με ιδρώτα και ευχή. Και μέσα σ’ αυτό το λίγο, εύρισκε η φτώχεια διέξοδο κι ο φόβος παρηγοριά. 

Ώσπου μια μέρα, ήρθαν στο χωριό οι Γερμανοί. Μια διμοιρία στρατιώτες, με τις μπότες να χτυπούν τον χωματόδρομο, τα κράνη να γυαλίζουν κάτω απ’ τον ήλιο και την ανάσα του κόσμου να κόβεται από φόβο. Η μικρή η κόρη του η Αγγέλη, έτρεξε και χώθηκε κάτω απ’ το κρεβάτι , εκεί, να γίνει αόρατη, μακριά από βλέμματα και όπλα. 

Ο Ισάκ τους είδε να στέκουν στην αυλή του κι ήξερε πως ο φόβος δεν ταΐζει κανέναν , μονάχα η εξυπνάδα σώζει. Φώναξε τότε την Κυριακή: 

— Στρώσε τραπέζι, κυρά μου. 

Κι εκείνη έστρωσε. Άνοιξε το σεντούκι, έβγαλε τα ζυμωτά, έφερε το τυρί απ’ τον τενεκέ, το βούτυρο, έστρωσε το τραπεζομάντηλο που ‘βαζε μόνο στις καλές μέρες. Ο Ισάκ έγνεψε στον μεγάλο γιο :  

— Κώστα, φέρε το αριάνι. Μην το λυπάσαι, καλύτερα να τους ποτίσουμε παρά να μας ξεκάνουν. Άνοιξε το σεντούκι κι έβγαλε τα ζυμωτά ψωμιά, έκοψε τυρί, έφερε το βούτυρο . Στρατιώτες και κατακτητές, μα μπροστά στο τραπέζι έγιναν άνθρωποι που πεινούσαν  κι έφαγαν, ήπιαν και δεν πείραξαν ψυχή. 

Οι Γερμανοί πλησίασαν. Ένας, αξιωματικός, κοντοστάθηκε στην αυλόπορτα. Κοίταξε τον Ισάκ από πάνω ως κάτω. 

— Καλημέρα, είπε ο Ισάκ και έδειξε το τραπέζι. 

— Καθίστε να φάτε. Στάρι δικό μας, ψωμί ζυμωτό, τυρί απ’ τα ζώα μας. Φάτε να ‘χετε δρόμο. 

Ο Γερμανός τον κοίταξε καλά-καλά. Κάτι ψιθύρισε στους άλλους. Άφησαν τα όπλα στα πλαϊνά, κάθισαν. Άρπαξαν ψωμί, βούτηξαν στο βούτυρο, έκοψαν τυρί, ήπιαν αριάνι. Μέσα στο σπίτι η Αγγέλη ακόμα σφιγμένη, στο πάτωμα κάτω απ’ το κρεβάτι. 

Ένας στρατιώτης γύρισε στον Ισάκ κι είπε σπαστά: 

— Gut… gut… Καλή γυναίκα, καλή μάνα, είπε δείχνοντας την Κυριακή. 

Ο Ισάκ έγνεψε. 

— Φάτε, παιδιά μου. Στον δρόμο όποιος τρώει, δε σφάζει. 

Έφαγαν. Ήπιαν. Σκούπισαν τα στόματα με τα μανίκια τους, σηκώθηκαν, έδεσαν ξανά τα όπλα. Ένας χτύπησε τον Ισάκ φιλικά στον ώμο. Χωρίς άλλη κουβέντα, έφυγαν όπως ήρθαν , αφήνοντας πίσω τους το τραπέζι άδειο και το χωριό ζωντανό. 

Η Κυριακή στάθηκε στο κατώφλι, κοίταξε τον άντρα της. 

— Μπράβο σου, Ισάκ. 

Κι εκείνος, που τόση ώρα κράταγε τον φόβο με τα δόντια, έγειρε στον τοίχο και σιγοψιθύρισε: 

— Μπράβο να λες στο ψωμί, κυρά μου. Αυτό μας έσωσε… 

Έτσι στάθηκε ο Ουζούν Ισάκ , ίσιος σαν το κυπαρίσσι, ψηλός σαν θρύλος, φρόνιμος σαν γέροντας. Σ’ εκείνο το τραπέζι έσωσε την οικογένειά του, το σπίτι του, το χωριό του. Κι άφησε πίσω του όχι μόνο το μπόι , μα και το μυαλό, την τέχνη του να γλιτώνεις με το ψωμί, το τυρί και τον λόγο τον καλό. 

Κι όταν έφυγε από τούτο τον κόσμο το 1984 , έναν χρόνο μετά την Κυριακή του , έμεινε το όνομά του να περπατά από στόμα σε στόμα. Ουζούν Ισάκ , ο μακρύς Ισάκ που ήξερε πως η σοφία χωράει και σ’ ένα στρωμένο  τραπέζι . 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή