Ο Παππούς απ’ τον Καύκασο 

Ο Παππούς απ’ τον Καύκασο 

Τον έλεγαν «παππούς από τον Καύκασο» κι ας είχε αφήσει το βουνό του δεκαπέντε χρονών παιδί. Ήταν από εκείνα τα μέρη που τα χιόνια αργούσαν να λιώσουν κι οι άνθρωποι μάθαιναν να κουβαλούν τη φωτιά μέσα τους, για να επιζούν. Είχε όνομα ,Νικόλας , που του το έδωσαν στην εκκλησία του χωριού του, στο Χάσκιοϊ του Καρς, με την βάφτισή του . Οι γονείς του τότε ,  γιόρτασαν το γεγονός και έκαναν τραπέζια στους συγγενείς με ωραία φαγητά .  

Ήρθε  στο Μαυρονέρι με τη μάνα του και τρία  αδέλφια, τυλιγμένοι σε μάλλινα και φορτωμένοι μονάχα με ένα εικόνισμα, λίγα ρούχα και την γλώσσα τους ,που δεν έσβησε ποτέ.  ” Ήταν η  γλώσσα της μάνας μου”, έλεγε . 

«Εγώ, παιδάκι μου, δεν έμαθα ελληνικά όπως εσύ. Η δικιά μου γλώσσα ήταν αλλιώτικη. Ουρούμ τη λέγαν, την έμαθα από τη μάνα μου, εκείνη με νανούριζε μ’ αυτή, με μάλωνε, με σταύρωνε όταν φοβόμουν. Αυτή τη γλώσσα είχα όταν χάσαμε τον τόπο μας και αυτή μου έμεινε όταν φτάσαμε σε ξένη γη.» 

Ο παππούς χαμογέλασε πικρά. Τα χέρια του ήταν σκληρά σαν  πέτρα  και το βλέμμα του είχε τη θλίψη.  

«Όταν μιλούσα, δεν με καταλάβαιναν. Ούτε στο σχολείο, ούτε πουθενά.  Σαν να μην ήμουν από δω. Μα εγώ ήξερα ποιος ήμουν. Κι ας μη με καταλάβαινε κανείς. Μέσα μου κουβαλούσα ένα χωριό πάνω απ’ τον Πόντο, απ’ τα βουνά του Καυκάσου, με φωνές, τραγούδια και πατήματα βαριά. Ήμουν το παιδί της μάνας μου. Κι όσο θυμάμαι τη φωνή της, δεν χάθηκα.» 

Κράτησε για λίγο σιωπή. 

«Η καινούργια γη με δέχτηκε σιγά-σιγά. Έμαθα να λέω “καλημέρα” στα ελληνικά, μα την προσευχή την έκανα πάντα στην ουρουμική. Γιατί εκεί ήταν η ψυχή μου. Και τώρα, άμα με θυμηθείς, παιδί μου, να ξέρεις, μη ντραπείς για τη γλώσσα που δεν καταλαβαίνουν οι άλλοι. Αυτές οι λέξεις είναι οι ρίζες μας. Αυτές μάς θυμίζουν ποιοι είμαστε.» 

Ο παππούς δεν μιλούσε πολύ για το παρελθόν. Μόνο όταν καθόταν στη γωνιά του χειμώνα, δίπλα στη σόμπα και τα μάτια του χανόντουσαν στη φλόγα. Εκεί, ίσως να έβλεπε πάλι τη γη του Καυκάσου , τη σκεπή του σπιτιού που άφησε, την μάνα του που δεν μπόρεσε  να χαιρετήσει, τη μυρωδιά του αλευριού στο φούρνο του χωριού. 

Έμαθε την Ελλάδα με τα χέρια. Όργωνε, κουβαλούσε πέτρες, κάρφωνε στέγες και έσκαβε πηγάδια. Δεν ζήτησε τίποτα.  Μόνο να τον αφήσουν να ριζώσει. Και ρίζωσε. Έχτισε σπίτι, μεγάλωσε παιδιά και στο τέλος, όταν έκλεινε τα μάτια του τα βράδια, ψιθύριζε δυο λόγια στα καυκάσια  κι ύστερα στα ελληνικά. Μισή πατρίδα στην καρδιά, μισή στα πόδια. 

Τον θυμάμαι με το μάλλινο σκουφί του, να σκαλίζει τον κήπο με τα λάχανα .  Δεν ήξερα τότε τι βάρος κουβαλούσε. Τώρα το καταλαβαίνω. Ότι ένας παππούς από τον Καύκασο, που πέρασε τα βουνά και τους πολέμους, μας άφησε ό,τι πολυτιμότερο είχε. Τη ρίζα του. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή