Ο Παραμυθάς του Μαυρονερίου .
Μια φορά κι έναν καιρό …Έτσι ξεκινούσαν τα παραμύθια . Μπιρ ζαμάν…έλεγε ο μπάρμπα – Γιορούκ
Μόλις ακουγόταν αυτή η φράση , όλοι έπαιρναν θέση γύρω από τον αφηγητή . Ήταν η στιγμή που η φαντασία ταξίδευε και η πραγματικότητα έδινε την θέση της σε κόσμους μαγικούς.
Στο Μαυρονέρι , ο δικός μας παραμυθάς
δεν ήταν άλλος από τον μπάρμπα – Γιορούκ, έναν χαρισματικό άνθρωπο που οι ιστορίες του μάγεψαν ολόκληρο το χωριό .
Ο μπάρμπα – Γιορούκ , κατά κόσμο Γιώργος Καρολίδης έφτασε στο Μαυρονέρι από τον Τριπόταμο Ημαθίας , όπου είχε εγκατασταθεί μετά την προσφυγιά του από το Χάσκιοϊ του Καυκάσου .Εδώ ζούσε η αδελφή του, η Βαρβάρα , σύζυγος του Αζαρία Ξενίδη . Ο Γιώργος Καρολίδης ήρθε με την αδελφή του Βαρβάρα από το Χάσκιοϊ του Αρνταχάν του Καυκάσου και εγκαταστάθηκε στην Βέροια στο χωριό Τριπόταμος . Η αδελφή του ήρθε παντρεμένη από εκεί με τον Αζαρία Ξενίδη ,που ήταν από το ίδιο χωριό, το Χάσκιοϊ του Αρνταχάν του Καυκάσου. Άλλοι συγγενείς του στον Τριπόταμο Ημαθίας ήταν ο Καρολίδης Νέστορας του Γεωργίου και αδέλφια του ήταν ο Μηνάς και ο Διονύσης .
Ο μπάρμπα – Γιορούκ ερχόταν στο Μαυρονέρι με το κάρο του και έφερνε πουρνάρια και κρεμμύδια και έπαιρνε πίσω σιτάρι για τον δικό του τόπο .Εδώ στην αδελφή του Βαρβάρα ζούσε πολλούς μήνες , ξεχειμώνιαζε και με τις διηγήσεις του εξελίχθηκε στον παραμυθά του χωριού μας .Ο μπάρμπα Γιορούκ δεν ήταν απλώς έμπορος . Ήταν φορέας μνήμης και παράδοσης , ο παραμυθάς που όλοι περίμεναν με ανυπομονησία.
Οι επισκέψεις του ήταν γεγονός για το χωριό .Όταν ερχόταν όλοι το μάθαιναν . Μαζεύονταν μικροί και μεγάλοι γύρω του , σε αυλές , αλώνια , ακόμη και μέσα στα σπίτια. Ο μπάρμπα – Γιορούκ έπαιρνε θέση στο κέντρο και ξεκινούσε :
“Μπιρ ζαμάν ,ιστιέριμ ντεμάχ μπισέ …”
” Μια φορά κι έναν καιρό …” . Με την τραχιά αλλά ζεστή φωνή του , έπλαθε κόσμους, που γέμιζαν την ψυχή των ανθρώπων με ελπίδα , φαντασία και σοφία. Ο χαρισματικός αυτός παραμυθάς για να αφηγηθεί με τέτοια δεξιοτεχνία είχε ψυχικό προσόν .Όλοι κρέμονταν από το στόμα του και τους άρεσε πάντα η συνάντηση μαζί του .
Ο μπάρμπα – Γιορούκ πάντα εύρισκε έναν ήσυχο χώρο και αυτιά που επιθυμούσαν και λαχταρούσαν να ακούσουν . Ο παραμυθάς (από το παρά + μύθος) είχε το χάρισμα να αφηγείται τα παραμύθια και μάλιστα στην τουρκική διάλεκτο που μιλούσαν και οι δικοί μας . Έτσι καλούσε τους Μαυρονεριώτες να γίνουνε ξανά παιδιά και να ακούσουν τα παραμύθια του , τα “εκάτ” , όπως έλεγε στην τουρκική διάλεκτο . Αυτά δεν ήταν μόνο λόγια . Ήταν ζωντανές εικόνες , γεμάτες ήχους και κινήσεις.
Γκιαλίν , γκιαλίν ,μπουριά ! ( Ελάτε, ελάτε εδώ ).
Ο μπάρμπα- Γιορούκ έφτιαχνε παραμυθένια σύμπαντα με απλά υλικά και όλοι μικροί και μεγάλοι έτρεχαν να τον ακούσουν . Όλοι ακούγοντάς τον έβλεπαν αλλιώς τον κόσμο και μέσα από τις αφηγήσεις του γνώριζαν μέρη που υπήρξαν μόνο στην φαντασία τους .
Ο παραμυθάς ,από το αρχαίο ρήμα παραμυθέομαι που σημαίνει παρηγορώ, κατόρθωνε να φωτίζει τον δρόμο των ανθρώπων που τον άκουγαν και να καλύπτει την ανάγκη τους για επικοινωνία και ψυχαγωγία.
Στο μικρό χωριό μας άνδρες, γυναίκες , παιδιά , μικροί, μεγάλοι έτρεχαν στον δρόμο να ακούσουν τον χαρισματικό αυτόν άνθρωπο , τον παραμυθά , που σαγήνευε με τις κινήσεις του και την χάρη της προφορικότητάς του . Οι ιστορίες του είχαν κάτι το ιδιαίτερο . Δεν ήταν μόνο για βασιλιάδες , φτωχούς νέους και κακούς δράκους . Οι ήρωες του μπάρμπα – Γιορούκ , ήταν άνθρωποι απλοί, που με την εξυπνάδα και την καλοσύνη τους κέρδιζαν τις δυσκολίες της ζωής . Τα θέματα των παραμυθιών του αφορούσαν την τιμή , την αρετή , την υπομονή και την δικαιοσύνη . Πόσες φορές δεν ξεκινούσε την ίδια του λέγοντας : ” Μην κοιτάς που ο φτωχός ήταν ρακένδυτος. Η ψυχή του ήταν πλουσιότερη κι ‘ από τον θησαυρό του βασιλιά . “Η γλώσσα του παραμυθά ήταν μαγική συνδυάζοντας την ουρούμικη διάλεκτο με την ποντιακή και την ελληνική ,κάνοντας την αφηγησή του πολύχρωμη και μελωδική . Οι Μαυρονεριώτες ένιωθαν την κάθε λέξη ,γιατί μιλούσε στην γλώσσα τους .
Μπιρ ζαμάν ,μπου ντουνιαδά βαριντί πατισάχ ! ( Μια φορά στον κόσμο υπήρχε ένας βασιλιάς ) .
Μαζί του έφερνε και τη σοφία του παλιού κόσμου . Τα παραμύθια του είχαν πάντα κρυφά διδάγματα.
Κάθε φορά που ο μπάρμπα – Γιορούκ έφευγε για να γυρίσει στον Τριπόταμο , όλοι στο Μαυρονέρι τον αποχαιρετούσαν με ευχές και προσμονή για την επόμενη επίσκεψη . “Πότε θα ξανάρθεις , μπάρμπα – Γιορούκ ” τον ρωτούσαν τα παιδιά .
« Όταν ο άνεμος φυσήξει ζεστός και οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από όνειρα ” έλεγε εκείνος .
Ο μπάρμπα – Γιορούκ στο Μαυρονέρι επιτέλεσε κοινωνικό έργο στην μικρή μας κοινωνία και κουβάλησε μνήμες .
Ακόμη διαπαιδαγώγησε ,αφού τα παραμύθια του και οι ιστορίες του αναφέρονταν σε θέματα τιμής και συμπεριφοράς καθώς οι ήρωές του ήταν χαρακτήρες με υψηλές αξίες και αρετές .
Σήμερα στο Μαυρονέρι, οι παλιότεροι θυμούνται ακόμα τις βραδιές που ο μπάρμπα- Γιορούκ καθόταν στο κατώφλι και άρχιζε το παραμύθι του .
Και έμεινε αθάνατος στην αιωνιότητα και στην μικρή κοινωνία μας τον θυμούνται ακόμη .
“Μια φορά κι έναν καιρό …” Ντουιμάχ, ντουιμάχ (ακούστε)!
Και τότε , έστω και για λίγο , γίνονται όλοι παιδιά !
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
‘Έτος 2024