Ο Πηλός στα Χέρια του Ιωσήφ  

Ο Πηλός στα Χέρια του Ιωσήφ  

Ήταν χρόνια δύσκολα, τότε στο Μαυρονέρι. Οι αυλές ήταν στρωμένες με χώμα, τα σπίτια χαμηλά, με κεραμίδια που ο αέρας τα σήκωνε. Οι γυναίκες φρόντιζαν τα ζώα στις αυλές,οι άντρες δούλευαν στα χωράφια . Παιδιά έτρεχαν ξυπόλητα, κυνηγώντας μπάλες φτιαγμένες από κουρέλια. 

Μέσα  σ’ αυτό το σκηνικό, το κάρο του μπάρμπα Ιωσήφ ήταν γνώριμη εικόνα. Οι ρόδες του έτριζαν στον χωματόδρομο κι οι χωριανοί,  έβγαιναν στις πόρτες. Η  μυρωδιά του φρεσκοψημένου πηλού ανακατευόταν με τον αέρα του χωριού. 

Πουλούσε σκεύη ,που τα έφτιαχνε με μεράκι και φροντίδα. Ο μπάρμπα- Ιωσήφ ο Γαβριηλίδης  ήταν πρόσφυγας από το Χάσκιοϊ του Αρνταχάν του Καυκάσου και ήρθε στο Μαυρονέρι. Έφερε μαζί του μια  τέχνη, που την κουβαλούσε σαν κρυμμένο θησαυρό. Ήταν η τέχνη της διάπλασης του πηλού . 

Κι όταν η δουλειά του τελείωνε, φόρτωνε το κάρο του και ξεκινούσε. Γύριζε το χωριό, μα και τα γύρω χωριά, κοντινά και μακρινά. Περνούσε από τις αυλές, αντάλλασσε καλημέρες, άφηνε πίσω του αντικείμενα που δεν ήταν μόνο χρήσιμα ,ήταν και κομμάτι της ψυχής του. Ήξερε τον πηλό, τον άγγιζε και ζωντάνευε στα χέρια του. Από την άμορφη γη έπλαθε κανάτια, πιθάρια και λαΐνια .  Κάθε κανάτι ήταν φτιαγμένο για να κρατά το νερό, δροσερό στα καυτά καλοκαίρια . Κάθε πιθάρι, για να φυλάει τον κόπο της χρονιάς, το λάδι, το στάρι, τις γλυκές μαρμελάδες . 

 Δεν έφτιαχνε μόνο αντικείμενα , έφτιαχνε μνήμες. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, τα κανάτια του μπάρμπα Ιωσήφ μένουν ακόμη σε σπίτια, αθόρυβοι μάρτυρες μιας εποχής που πέρασε, μα δεν ξεχάστηκε. 

Κι η Έλενα η  Αρτζανίδου, η εγγονή του, όταν πιάνει ένα από αυτά στα χέρια της, είναι σαν να κρατά ολόκληρο το ταξίδι από τον Καύκασο ως το Μαυρονέρι.  Σαν να νιώθει στον πηλό, τον παλμό εκείνου, που τον δούλεψε με αγάπη και επιμονή. 

Φυλάει ακόμη με καμάρι τα δείγματα της τέχνης του. Τα έχει σε περίοπτη θέση, σαν να ακούει μέσα τους τον ήχο του τροχού και το σιγανό τραγούδι του παππού της την ώρα που έπλαθε.  

Τα χρόνια κύλησαν. Ο Ιωσήφ έφυγε, μα τα κανάτια του έμειναν. Στέκουν ακόμα σε κάποιες γωνιές σπιτιών. 

Είναι η απόδειξη πως ο άνθρωπος μπορεί να πλάσει απ’ τη γη κάτι που να κρατήσει για πάντα. 

*Ο Ιωσήφ Γαβριηλίδης, ήταν ο γιος του Ηρακλή , του γνωστού  Παπαζηράκλη και της Μαρίας Μεσαίο Θεσσαλονίκη . Γεννήθηκε στο Χάσκιοϊ του Αρνταχάν στον μακρινό Καύκασο, το 1907 και ήρθε πρόσφυγας  στο Μαυρονέρι ,κουβαλώντας μαζί του τις μνήμες και την αντοχή της γενιάς του .  

Ήταν πλανόδιος πραματευτής και γυρνούσε ακόμα και σε  μακρινά χωριά ,όπως στη Σίνδο Θεσσαλονίκης, όπου  ακόμα υπάρχουν μαρτυρίες για το πέρασμά του.  Ήταν παντρεμένος με τη Μαρία και απέκτησαν τέσσερα παιδιά ,τον Γιώργο ,την Αγάπη Αρτζανίδου, την Μάρθα Παπαδοπούλου του κλητήρα και τον Φίλιππο .  

Ο Ιωσήφ έφυγε  πρόωρα από τη ζωή το 1970 , στα 63 του χρόνια , αφήνοντας πίσω την οικογένειά του και το αποτύπωμα μιας ζωής γεμάτης αγώνα και δρόμους. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή