Ο Πρώτος Θερισμός στο Μαυρονέρι
Ήταν τότε που ο Ιούνιος στο Μαυρονέρι μύριζε ξερό χορτάρι και κουρασμένο ιδρώτα. Από τα ξημερώματα, πριν προλάβει να τσιρίξει το πρώτο τζιτζίκι, είχαν κιόλας ξεκινήσει για τα χωράφια. Οι γυναίκες, τυλιγμένες με μαντίλες για τον ήλιο, κρατούσαν πανέρια με ψωμοτύρι, κρεμμύδι και φρέσκο σουρβά βρασμένο από τη νύχτα .
“Να έχεις δύναμη, παιδί μου”, έλεγε η Ανατολή Αθανασιάδου , σύζυγος του Κλημέντιου “να σταθείς όρθιος μες στα στάχυα”.
Οι άντρες, με τα δρεπάνια , τα λεγόμενα καγάνια , ακονισμένα απ’ το βράδυ στην ποδιά της πέτρας, περπατούσαν μπροστά. Ήταν αμίλητοι . Ο θερισμός ήταν ιερός. Μια φορά τον χρόνο, ο καρπός έπρεπε να κοπεί σωστά. Στα ίσα, χωρίς βιασύνη και χωρίς περηφάνεια. Το στάχυ δε συγχωρούσε την έπαρση. Γονάτιζε μονάχα σε χέρι που το ήξερε.
Ο Ευθύμης ο Αλεξιάδης , που είχε μάθει από μικρός στο χωράφι με τη μάνα του την Θεοδώρα , έπλεκε σφιχτά τα δεμάτια . Έπιανε τα στάχυα με τέτοια τέχνη, που θαρρείς κι έπλεκε μαλλί. Δίπλα του ήταν ο Νικόλας ο Αναστασιάδης και γελούσε. Πιο πέρα ο Κυριάκος ο Αντωνιάδης , ο Νικόλας ο Θεοδωρίδης με τη Μαρία , ο Αυγήτας ο Κεσίδης ,ο Νικόλας ο Κεκελέκης ,ο Δημήτρης ο Κεσίδης , ο Σάββας ο Ξενίδης με τη Σουσούκ .
Γέλια παντού . Στην άκρη, ο μικρός Ισαάκ , ο γιός της Δέσποινας Χρυσοστομίδου της Τέπιτζη , μάζευε τα πεσμένα στάχυα με τα δυο χεράκια του, σκυφτός σαν παππούς. Του είχαν πει πως από αυτά τα “ξεχασμένα” βγαίνει το πιο τίμιο αλεύρι.
Το μεσημέρι, κάτω απ’ τον ίσκιο της βελανιδιάς άπλωναν την κουρελού και μοιράζονταν το φαγητό. Οι γέροι θυμούνταν τις πατρίδες τους , που είχαν κάμπο “καλύτερο κι απ’ του Κιλκίς”, οι γυναίκες τις δικές τους μανάδες κι οι νέοι μιλούσαν για την δύσκολη ζωή . Μοιράζονταν ψωμί, αλάτι και κουβέντες.
Έλεγαν ιστορίες για τα παλιά χώματα, για το Καρς, το Κιαρέγκ, το Ολιέγκ , το Χαλίφογλου , το Χάσκιοϊ, την Τυρολόη όχι για να ξεχωρίσουν, μα για να θυμούνται πως όλοι κάποτε ήρθαν απ’ αλλού.
Δεν είχαν τα ίδια τραγούδια, ούτε την ίδια γλώσσα στα παρακάλια. Οι Πόντιοι κουβαλούσαν τους θρήνους του Καρς . Οι Τσαλκαλήδες σιγοψιθύριζαν παλιά τούρκικα μακάμια σπασμένα στα ελληνικά. Οι Θρακιώτες είχαν τον αργό σκοπό της Ανατολικής Θράκης.
Όμως το στάχυ, όταν ωρίμαζε, δεν ρωτούσε από πού είσαι. Έπεφτε σε όποιον είχε χέρι σταθερό και πλάτη δυνατή.
Το απόγευμα, οι σκιές γινόταν χρυσές . Ο ήλιος έγερνε κι έμοιαζε να κοιτάζει το χωριό μ’ ένα βλέμμα παλιό ,σαν να τους καλωσόριζε στον νέο τόπο .
Ένα απόγευμα, όταν οι γυναίκες μάζευαν τα πανέρια και οι άντρες έπλεκαν τα τελευταία δεμάτια ένας νέος φώναξε:
– Άιντε, να στήσουμε χορό να ξεμουδιάσουν τα πόδια!
Κι έγινε. Εκεί, πάνω στον κομμένο κάμπο, στήθηκε ο πιο πηγαίος χορός. Ποντιακός, καυκάσιος όλοι μαζί. Χωρίς μουσικά όργανα, μόνο παλαμάκια και φωνές.
Και ο θερισμός προχωρούσε. Γιατί ο θερισμός δεν περίμενε ποτέ κανέναν.
Έτσι θερισμός στο Μαυρονέρι δεν ήταν μόνο πράξη ανάγκης, αλλά και πράξη ενότητας, ένα “μυστήριο” που έσμιγε τις ρίζες. Πόντιοι, Τσαλκαλήδες, Ανατολικοθρακιώτες,όλοι πρόσφυγες, μα στο χωράφι έγιναν ένα σώμα, ιδρώτας, ψωμί.
Εκείνη τη μέρα, στο Μαυρονέρι, δεν υπήρχαν πια Τσαλκαλήδες, Πόντιοι, Θρακιώτες. Μόνο άνθρωποι που θερίζανε μαζί, και μέσα στον ιδρώτα, τον ήλιο και το χώμα, πλάθανε πατρίδα.
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
2024