Ο Σιδεράς του Μαυρονερίου .Τέχνη και Παράδοση
Ο σιδεράς του Μαυρονερίου, ο Γιώργος Παπαδόπουλος , έφτασε από το χωριό Αναβρυτό Κιλκίς και νυμφεύθηκε στο Μαυρονέρι την κόρη του Παπαδόπουλου του Ισαάκ , την Αγγέλη. Ήρθε και αγάπησε το Μαυρονέρι με όλη του την καρδιά , όπως αγάπησε την γυναίκα του . Ο Γιώργος Παπαδόπουλος που είχε το ίδιο επίθετο με την γυναίκα του , αφού παντρεύτηκε την Αγγέλη απέκτησαν τρία κορίτσια και εγκαταστάθηκαν σε ένα σπίτι απέναντι από την εκκλησία του χωριού. Εκεί ο Γιώργος δημιούργησε και το σιδεράδικό του ένα μικρό εργαστήριο που σφυρηλατούσε εργαλεία για την γεωργική ζωή του τόπου . Σε ένα μεγάλο οικόπεδο βρισκόταν το κτίσμα και εκεί μέσα στεγαζόταν το εργαστήριό του .
Εκεί μέσα ακουγόταν ο ήχος της βαριοπούλας που σφυρηλατούσε το πυρακτωμένο σίδερο και τού έδινε μορφή . Το μετέτρεπε σε διάφορα χρηστικά εργαλεία όπως υνιά , δεκράνια , άροτρα , αξίνες , φτυάρια, κασμάδες , τσάπες , δρεπάνια , τσεκούρια , κόσες , σκαλιστήρια , καρφιά και ένα σωρό άλλα . Η δουλειά του ήταν γεμάτη θόρυβο και ένταση ,αλλά και μεράκι και δεξιοτεχνία .
Η τέχνη του δεν ήταν εύκολη υπόθεση γιατί απαιτούσε εμπειρία υπομονή , αντοχή και σωματική δύναμη . Μέσα στο σιδεράδικο ήταν το καμίνι που άναβε με κάρβουνα και με χειροκίνητη φυσούνα έδινε αέρα και δυνάμωνε την φωτιά .
Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε τότε και κινητήριος δύναμη της δουλειάς του σιδερά ήταν τα κάρβουνα . Κάποιος βοηθός λειτουργούσε στην φυσούνα και με την δύναμη της φωτιάς το σίδερο έλιωνε .
Πάντα είχε βοηθούς και κάποια παιδιά μάθαιναν κοντά του την
τέχνη . Τόσο δύσκολη , κοπιαστική και ανθυγιεινή δουλειά αλλά τέχνη.
Αυτό το πυρακτωμένο κοκκινόλευκο σίδερο με μιά μεγάλη τανάλια το έριχναν κατευθείαν στο νερό και μετά το τοποθετούσαν πάνω στο αμόνι . Αμόνι και σφυρί έκαναν καλά την δουλειά τους αφού το σφυρί , η βαριοπούλα ήταν στα χέρια του σίδερα .Ο σιδεράς μεταμόρφωνε το άμορφο σίδερο σε κάποιο εργαλείο. Εκτός από την κατασκευή εξ’ αρχής εργαλείων επιδιόρθωνε και τα σπασμένα . Λόγω των γεωργικών εργασιών στο Μαυρονέρι μεγάλη ζήτηση είχαν τα υνιά. Έτσι έβλεπες την περίοδο της σποράς τους γεωργούς Μαυρονεριώτες να περιμένουν έξω από το εργαστήριο για να ετοιμάσουν τα υνιά τους , γινιά όπως τα έλεγαν .
Επίσης ο σιδεράς έφτιαχνε κάγκελα , πόρτες για τις αποθήκες και παράθυρα . Πολύ επιδέξιος ήταν στην επιδιόρθωση των μεταλλικών στοιχείων των κάρων όπως οι τροχοί που είχαν την στεφάνη γύρω τους .
Έξω στην αυλή του σιδεράδικου μπορούμε να φανταστούμε τις παρέες του. Ο Ξενίδης ο Γιώργος ήρθε να φτιάξει την ρόδα του αρα(μ)πά του και συζητάει με τον Χρυσοστομίδη τον Λάμπη που περιμένει κι αυτός για τα υνιά του .
Ο Παπαδόπουλος ο Κώστας ο Κότος πέρασε να δει αν έγιναν τα κάγκελα για το ωραίο σπίτι του και ο Αθανασιάδης ο Κωστίκας να παραγγείλει τα δρεπάνια .
Ο Σαχινίδης ο Δημήτρης από τον πάνω μαχαλά βιάζεται να γίνουν τα καρφιά γιατί έσπασε το κεφαλάρι από το κάρο του .
Ο Γαβριηλίδης ο Κυριάκος περιμένει για τα φτυάρια που παρήγγειλε καθώς συζητάει με τον Καλτσίδη τον Ισαάκ που περιμένει για τα πέταλα .
Όλοι καθόταν έξω στην αυλή γιατί μέσα όποιος έμπαινε μετά έβγαινε μουντζουρωμένος . Ο θόρυβος επίσης ήταν πολύ δυνατός από τα χτυπήματα .
Από τα χέρια του σίδερα φτιάχτηκαν εκατοντάδες εργαλεία με εκατομμύρια χτυπήματα πάνω στο πυρακτωμένο σίδερο . Έτσι δημιούργησε με μεράκι εργαλεία χρηστικά για τους ανθρώπους του χωριού και όχι μόνο . Και από τα γύρω χωριά ερχόταν στο σιδεράδικο.
Μετά το 1970 που ήρθε το ηλεκτρικό ρεύμα στο Μαυρονέρι, όλα έγιναν πιο εύκολα . Ανακαλύφθηκαν οι ηλεκτροσυγκολλήσεις και νέα μηχανήματα ξεκούρασαν τον κουρασμένο σιδερά . Επίσης κάποια γεωργικά εργαλεία γίνονταν με σύγχρονους τρόπους από βιομηχανίες πιά.
Σε αυτό το σιδεράδικο για πολλά χρόνια ακούστηκαν τα χτυπήματα του σφυριού επάνω στο αμόνι και ο σιδεράς ο Γιώργος μέσα σε αυτό το εργαστήρι των λίγων τετραγωνικών μέτρων στήριξε την δική του ζωή και της οικογένειάς του .
Όλος ο κόσμος τον προσφωνούσε Σιδερά επειδή ήταν και ο μοναδικός στο Μαυρονέρι. Συνήθως οι τεχνίτες είχαν συνεχιστή που μάθαιναν την τέχνη από αυτούς και ήταν ο γιός που έπαιρνε την τέχνη από τον πατέρα . Ο σιδεράς ο Γιώργος όμως του Μαυρονερίου δεν είχε διάδοχο γιατί είχε τρεις κόρες .
Ο Γιώργος ο σιδεράς αν και τα χρόνια βάρυναν περισσότερο την πλάτη του την δουλειά του την συνέχιζε με την ίδια τέχνη και διάθεση αλλά ίσως με λιγότερες αντοχές. Όμως η βαριοπούλα ανεβοκατέβαινε σφυρηλατώντας το κοκκινισμένο σίδερο . Πέρασαν τα χρόνια και “έφυγε ” ο Γιώργος ο σιδεράς .
Άδειασε το σιδεράδικο, έμεινε έρημο και σκούριασαν τα σίδερα.
Μετά από χρόνια νεότεροι Μαυρονεριώτες έμαθαν την τέχνη του σιδερά και την υπηρέτησαν όπως ο Χρήστος ο Ξενίδης του Νικούσς . Ο Χρήστος συνέχισε την δουλειά του σιδερά με αγάπη για την παράδοση και τον τόπο του ,φροντίζοντας να διατηρηθεί ζωντανή η τέχνη και οι αξίες της . Και αυτό το σιδεράδικό έμεινε άδειο, καθώς ο Χρήστος έφυγε πολύ νέος από την ζωή .
Οι σιδεράδες του Μαυρονερίου θα μείνουν για πάντα ζωντανοί στην μνήμη ,όχι μόνο για τα εργαλεία που κατασκεύασαν ,αλλά και για την συμβολή τους και την αφοσίωσή τους στην δουλειά και την παράδοση .
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
Έτος 2024