Παίξον, Παίξον Κεμεντζέ.
Η μουσική και ο χορός ήταν πάντα βαθιά ριζωμένα στις καρδιές των Μαυρονεριωτών, ιδιαίτερα εκείνων που ήρθαν ως πρόσφυγες, φέρνοντας μαζί τους την παράδοση και την πολιτιστική κληρονομιά των χαμένων πατρίδων. Η ποντιακή λύρα ή κεμεντζές και το κλαρίνο ήταν οι ήχοι που αγκάλιασαν την κοινότητα αυτή, στα δύσκολα πρώτα χρόνια. Τα όργανα αυτά δεν ήταν απλά μουσικά μέσα, αλλά ζωντανοί σύνδεσμοι με το παρελθόν, και κάθε μελωδία τους ζωντάνευε θύμησες, νοσταλγίες και ελπίδες.
Με την ποντιακή λύρα στο χέρι, οι λυράρηδες τραγουδούσαν τους καημούς και τις χαρές τους, παίζοντας παλιούς ποντιακούς σκοπούς, πολλές φορές με τη συνοδεία ζουρνά και νταουλιού. Η λύρα, με την ιστορία της να χάνεται στους αιώνες και να συνδέεται με τη Βυζαντινή και την Αρχαία Ελλάδα, ήταν το σύμβολο της επιβίωσης και της ταυτότητας. Οι Μαυρονεριώτες λάτρευαν αυτή τη μουσική μυσταγωγία, που τους συνέδεε άμεσα με τους προγόνους και τη γη που άφησαν πίσω τους.
Σε κάθε γλέντι και πανηγύρι, η μουσική και ο χορός στήνονταν μέχρι να χαράξει. Εκεί, στους χορούς του Μαυρονερίου, νέοι, γέροι και παιδιά ένωναν τα χέρια και τις ψυχές τους, χορεύοντας με το πάθος που τους γέμιζε, τιμώντας τους παλιούς σκοπούς που ενέπνεαν χαρά, πόνο, και βαθιά συγκίνηση. Ήταν στιγμές που, έστω και προσωρινά, ξέχναγαν τα βάσανα και τους αγώνες τους, βρίσκοντας μια αληθινή παρηγοριά στη μουσική.
Ο ποιητής Πολύκαρπος Χάιτας το αποτυπώνει εύγλωττα στο ποίημά του “Ύμνος στην λύρα,” όπου ο κεμεντζές δεν είναι απλά ένα μουσικό όργανο, αλλά ένα σύμβολο συναισθημάτων, πληγών και μνήμης:
“Σέρνω το δοξάρι δεξιά, ανοίγουν πληγές!
Παίρνω να το σύρω αριστερά, κλαίνε μανάδες!” Ο κεμεντζές ήταν το δάκρυ και το γέλιο μαζί . Όταν οι Μαυρονεριώτες χόρευαν τον χορό Σέρρα , τον Πυρρίχιο ,δεν ήταν απλά μια παράσταση λεβεντιάς ,αλλά ένας ιερός χορός.
Η μουσική στο Μαυρονέρι δεν ήταν ποτέ μόνο για τη διασκέδαση. Ήταν ένας τρόπος να ξεπεράσουν τα βάρη του βίου τους, να τιμήσουν τις παραδόσεις τους και να διατηρήσουν ζωντανή την ψυχή τους. Ακόμα και σήμερα, οι Μαυρονεριώτες συνεχίζουν να κρατούν αυτή την παράδοση, δείχνοντας πως η μουσική μπορεί να είναι καταφύγιο, ανακούφιση και τελικά, μια μορφή αντίστασης στο πέρασμα του χρόνου.
Οι παλιοί λένε ότι η μουσική είναι η φωνή της μνήμης . Στο Μαυρονέρι αυτή η μουσική είναι η ίδια η μνήμη . Με κάθε χτύπημα του νταουλιού και κάθε δοξάρι του κεμεντζέ, οι ψυχές των παλιών σηκώνονται και χορεύουν δίπλα στους ζωντανούς . Σε κάθε πανηγύρι ο χρόνος σταματά. Δεν έχει σημασία αν είναι 1924 ή 2024 . Η λύρα συνεχίζει να τραγουδά για την πατρίδα , την ξενιτιά , τον έρωτα , τον θάνατο . Και αν κάποιος δεν καταλαβαίνει τα λόγια , δεν πειράζει. Η λύρα δεν έχει ανάγκη από μετάφραση . Οι ήχοι της βρίσκουν κατευθείαν τον δρόμο προς την καρδιά !
Και τότε ακούγεται η φωνή :
_”Παίξον , παίξον κεμεντζέ ! Να ξεσηκωθούν οι ψυχές όλων !