Παιδιά της Ανάγκης και της Δύναμης στο Μαυρονέρι . Τα Ξύλινα Φτερά.
Στο Μαυρονέρι, στο σπίτι με τα πλατάνια και τις σκιές, γεννήθηκε ο Νίκος, καρπός αγάπης και μόχθου του Χαράλαμπου και της Παρθένας.
Ο Χαράλαμπος Σαββίδης , πρόσφυγας από τα μέρη του Πόντου από τα Αγούλια της Κολωνίας , κουβαλούσε στα χέρια του τη σκληράδα των βουνών και στα μάτια του τις φωτιές του ξεριζωμού. Η Παρθένα Αλμασίδου είχε έρθει μικρό κορίτσι από το Χάσκιοϊ του Καυκάσου, μαζί με τη μάνα της και τα αδέλφια της, με τον τρόμο της πορείας και την ελπίδα μιας νέας πατρίδας ζωγραφισμένα στο πρόσωπό της.
Στήσανε το σπιτικό τους με κόπο, πέτρα την πέτρα και μέσα σ’ εκείνο το φτωχικό αλλά ζεστό σπίτι γεννήθηκε ο Νίκος…
Στο μεταπολεμικό Μαυρονέρι, όπως και σε δεκάδες χωριά της ελληνικής υπαίθρου , παιδιά που χτυπήθηκαν από την πολιομυελίτιδα, τότε άγνωστη στους πολλούς, μεγάλωσαν στη σκιά του στίγματος, του πόνου και της έλλειψης ιατρικής περίθαλψης. Τα ξύλινα δεκανίκια, φτιαγμένα από το χέρι του θείου του, του Σίμου Αλμασίδη , στα έντεκά του χρόνια , έγιναν σύμβολα επιβίωσης και προσαρμογής.
Η περίπτωση του Νίκου, που μεγάλωσε με ένα πόδι μικρότερο αλλά με δύναμη ψυχής που ξεπερνά το μέτρο, αποτυπώνει κάτι βαθύτερο. Την αξιοπρέπεια της αγροτικής κοινωνίας, τη σιωπηλή αποδοχή της μοίρας και τη μετατροπή της ανάγκης σε φτερά.
Ο Νίκος ένα αγόρι όμορφο, με καθαρές γραμμές στο πρόσωπο και ήρεμο βλέμμα. Η Παρθένα τον κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της, και ψιθύριζε:
«Να γίνεις γερός, παιδί μ’, να προκόψεις…»
Μα στα δύο του χρόνια, ήρθε η ασθένεια. Πολιομυελίτιδα, είπαν οι γιατροί. Σιωπήσαν οι γονείς. Ήταν η εποχή των φόβων και των άγνωστων λέξεων. Το ένα ποδαράκι του ήταν μικρότερο ,συρρικνωμένο και η μάνα του ,η Παρθένα, έμεινε βουβή τρεις μέρες. Ο πατέρας του ο Χαράλαμπος, που δεν έκλαψε ποτέ στη ζωή του, έκλαψε τότε κρυφά, πίσω απ’ την καρυδιά.
Ο Νίκος μεγάλωσε με δεκανίκια. Δυο ξύλα που έγιναν προέκταση του κορμιού του. Πήγαινε σχολείο αργά, με τον ιδρώτα να τον μουσκεύει, κι όμως γελούσε. Τον βοηθούσαν να ανέβει τα σκαλοπάτια οι φίλοι του κι εκείνος τους κοίταζε στα μάτια, περήφανος όχι για την ανάγκη του, μα για την αξιοπρέπεια που έδειχνε .
Κάποτε, του έφεραν ένα ξύλινο τεχνητό πόδι. Βαρύ, άκαμπτο, σαν κούτσουρο σιωπηλό, χωρίς ψυχή. Το φόρεσε μία φορά, και μετά το άφησε στην αποθήκη.
«Αυτό δεν είναι για μένα», είπε. ” Θα περπατώ με τα δικά μου μέσα.»Τα απογεύματα ο Νίκος καθόταν στην αυλή του σπιτιού με ένα τσιγάρο μισοσβησμένο στα χείλη και το ραδιόφωνο να μουρμουρίζει παλιά ποντιακά . Τα παιδιά του, σκαρφαλωμένα στο χαμηλό πεζούλι, τον παρατηρούσαν να καθαρίζει τα δεκανίκια του με ένα παλιό πανί. Μια ιεροτελεστία, σαν το γυάλισμα των παπουτσιών πριν τη λειτουργία.
– Μπαμπά, πως έζησες έτσι ;
– Με πονούσε που δεν μπορούσα να τρέξω, να παίξω με τα άλλα παιδιά.
Και περπάτησε. Και δούλεψε. Και ερωτεύτηκε. Και παντρεύτηκε.
Η γυναίκα του η Ισμήνη , ήρεμη και καλή, στάθηκε δίπλα του χωρίς ποτέ να τον λυπηθεί. Μονάχα τον σεβόταν. Του χάρισε τρία παιδιά κι εκείνος τους έμαθε πώς να στέκονται, ακόμη κι όταν πέφτουν. Γιατί εκείνος δεν περπάτησε όπως όλοι.
Τα παιδιά τον έβλεπαν να καρφώνει, να χτίζει, να φροντίζει τον κήπο και δεν τον είδαν ποτέ σαν “ανάπηρο”. Τον είδαν σαν βράχο.
Κανείς δεν τον άκουσε να παραπονιέται. Μονάχα κάποια βράδια, όταν φυσούσε δυνατός βοριάς, κοιτούσε από το παράθυρο και έλεγε χαμηλόφωνα:
«Το πιο δύσκολο δεν ήταν να έχω ένα κατεστραμμένο πόδι . Ήταν να μη χάσω τον δρόμο.»
Και δεν τον έχασε ποτέ.
Ο Νίκος δεν υπήρξε μόνο ένας άνθρωπος που έζησε με αναπηρία. Υπήρξε ένας φορέας αξιών, όπως εργατικότητας, υπερηφάνειας και πατρικής καθοδήγησης.
Η κοινωνία του χωριού ,παρά τις προκαταλήψεις της εποχής, βρήκε τρόπους να ενσωματώσει και να τιμήσει τέτοια πρόσωπα, που με τον τρόπο τους έδειξαν τι σημαίνει πραγματική δύναμη και παλικαριά.
Η ιστορία του Νίκου Σαββίδη , δεν είναι μόνο μια προσωπική πορεία, αλλά και ο καθρέφτης μιας γενιάς που γεννήθηκε από το τραύμα του ξεριζωμού και μεγάλωσε μέσα στην ανάγκη, μα και στην αξιοπρέπεια.
Παιδιά Ποντίων και Καυκασίων που μεγάλωσαν στα ελληνικά χωριά, κουβάλησαν τις ρίζες τους στα πόδια ή στα ξύλινα φτερά τους.