Παππού ,Πές μου για την Πατρίδα…
Εγγονός: Παππού, πες μου πάλι για το χωριό σου. Πώς ήταν εκεί;
Παππούς: Αχ, παιδάκι μου… Το Χάσκιοϊ στον Καύκασο,που τώρα ανήκει στην Τουρκία, ήταν όμορφο, γεμάτο πλαγιές και δέντρα . Το σπίτι μας είχε μια μεγάλη μουριά. Θυμάμαι το πρωί που ξυπνούσα με τα πουλιά να κελαηδάνε.
Εγγονός: Και γιατί φύγατε από εκεί, παππού;
Παππούς: Έπρεπε να φύγουμε από τα χωριά μας γιατί τα πήραν οι Τούρκοι από τους Ρώσους . Συνέχεια υπήρχαν πόλεμοι και δεν είχαμε ασφάλεια . Περνούσαμε πείνα και φτώχεια . Ανεβήκαμε σε καράβι, φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη κι ύστερα εδώ, στο Μαυρονέρι .
Εγγονός: Εσύ ήσουν μικρός τότε;
Παππούς: Ήμουνα δεκατριών. Κι όμως, θυμάμαι κάθε λεπτό. Τη μάνα μου να κλαίει για το σπίτι, τον πατέρα μου να μας φωνάζει να μην κοιτάμε πίσω… Όμως το ’ξερα, η καρδιά μας έμεινε πίσω.
Εγγονός: Σου λείπει πολύ, ε;
Παππούς: Μου λείπει, αλλά εδώ ριζώσαμε πάλι. Εδώ φτιάξαμε καινούρια ζωή. Ο πατέρας σου γεννήθηκε εδώ, κι εσύ τώρα, με ρωτάς για εκεί. Βλέπεις; Η μνήμη δεν χάνεται.
Εγγονός: Θα πάμε ποτέ μαζί εκεί, παππού; Να δούμε το χωριό;
Παππούς: Ίσως, παιδί μου… Αν και το χωριό δεν είναι πια όπως το θυμάμαι. Μα όσο το κουβαλάμε μέσα μας, είναι σαν να ζει ακόμα. Εσύ να το θυμάσαι, να το λες στα παιδιά σου. Έτσι κρατιέται ζωντανό.Να το λες στα παιδιά σου και στ’ αγγόνια σου. Έτσι δεν πεθαίνει ποτέ.
Εγγονός: Το υπόσχομαι, παππού!
Παππούς (χαμογελώντας): Μπράβο, παιδί μου. Να ξέρεις, η μνήμη είναι το χώμα που πατάμε. Μπορεί να μην το βλέπουμε, αλλά μας κρατάει όρθιους.
Παππούς (χαμογελώντας και χαϊδεύοντας το κεφάλι του): Είσαι καλό παιδί. Να θυμάσαι πάντα ποιος είσαι, από πού κρατάει το αίμα σου. Αυτός είναι ο πλούτος μας.
Εγγονός: Κι όταν φύγατε, τι πήρατε μαζί σας;
Παππούς: Ό,τι μπορούσαμε. Μια εικόνα της Παναγίας, λίγο ψωμί, ρούχα για τα μικρά παιδιά. Η μάνα μου πήρε τον τεντζερέ της και κάτι σεντόνια. Τα υπόλοιπα, τα αφήσαμε πίσω. Πονέσαμε, παιδί μου… Σα να μας ξερίζωσαν.
Εγγονός: Στο καράβι, φοβόσασταν;
Παππούς: Πολύ. Ήμασταν στριμωγμένοι, οι μανάδες με τα μωρά στην αγκαλιά κι εμείς κρατώντας σφιχτά το χέρι τους. Τα βράδια έβλεπα τον πατέρα μου να κάθεται σιωπηλός. Δεν έκλαιγε, αλλά τα μάτια του ήταν θολά.
Εγγονός: Και μετά φτάσατε εδώ;
Παππούς: Ναι. Στη Θεσσαλονίκη πρώτα, έπειτα ήρθαμε στο Μαυρονέρι . Χτίσαμε καλύβες, σκάβαμε τη γη με τα χέρια. Ξαναρχίσαμε απ’ την αρχή, με τον πόνο μας και την ελπίδα μας.
Εγγονός: Παππού, όταν ήρθες εδώ, φοβόσουν πως δε θα τα καταφέρεις;
Παππούς: Στην αρχή, ναι. Όμως σιγά-σιγά ριζώσαμε πάλι. Ο κόσμος βοήθησε, φτιάξαμε σπίτια, ανοίξαμε χωράφια. Η μάνα μου ξανάστησε τον φούρνο της, ο πατέρας μου έσκαβε τη γη κι έλεγε: “Εδώ θα μεγαλώσεις “!
Εγγονός: Παππού, κι όταν ήρθες εδώ, ποιο ήταν το πιο δύσκολο για σένα;
Παππούς: Το πιο δύσκολο ήταν να καταλάβω πως δε θα ξαναδώ το χωριό μου , όπως το ήξερα. Μέρα με τη μέρα, έβλεπα πως έπρεπε να το αφήσω πίσω μου. Ήταν σαν να κουβαλούσα δυο καρδιές. Μία που χτυπούσε για το παλιό μου σπίτι και μία που έμαθε να αγαπά τούτο τον τόπο.
Εγγονός: Σου λείπουν οι φίλοι σου από εκεί;
Παππούς: Μου λείπουν, ναι. Ο φίλος μου ο Νικόλας πέθανε νέος . Ο Μανώλης ήρθε μαζί μας, αλλά έφυγε για την Αμερική. Ξέρεις… καμιά φορά τους βλέπω στον ύπνο μου. Καθόμαστε στην αυλή, μοιραζόμαστε ψωμί και γελάμε. Σαν να μην άλλαξε τίποτα.
Εγγονός: Παππού, κι εδώ πώς ήσασταν με τους άλλους πρόσφυγες;
Παππούς: Όλοι μια οικογένεια γίναμε, παιδί μου. Σαν να μην ήμασταν ξένοι. Μαζί κλαίγαμε, μαζί γελούσαμε, μαζί χτίσαμε το χωριό. Οι γυναίκες έφτιαχναν ψωμί και το μοιράζονταν. Οι άντρες έσκαβαν τα χωράφια. Όσο είχαμε ο ένας τον άλλον, ήμασταν δυνατοί.
Εγγονός: Κι ο μπαμπάς; Σου έμοιαζε;
Παππούς: Ναι. Ο πατέρας σου μεγάλωσε με την ίδια αγάπη για τη γη. Όταν γεννήθηκε, υποσχέθηκα πως δε θα αφήσω την πίκρα να μας πνίξει. Έμαθε να σέβεται τις ρίζες μας, αλλά να κοιτάζει μπροστά. Αυτό θέλω κι από σένα.
Εγγονός: Τι εννοείς, παππού;
Παππούς: Να μην ξεχνάς ποιος είσαι. Να κρατάς το χώμα τούτου του τόπου στα χέρια σου και την ιστορία μας στην καρδιά σου. Η ζωή μας είναι σαν τα δέντρα, παιδί μου. Άμα οι ρίζες τους είναι δυνατές, ούτε ο πιο δυνατός άνεμος δεν τα λυγίζει.
Εγγονός (συγκινημένος): Παππού… φοβάμαι καμιά φορά πως οι ιστορίες σας θα χαθούν.
Παππούς (χαμογελάει με καλοσύνη): Όσο τις λες, δε χάνονται ποτέ. Όσο μιλάς για μας, για την Πατρίδα , είναι σαν να συνεχίζουμε να ζούμε. Κι όταν μια μέρα θα έχεις τα δικά σου παιδιά, να τους λες πως κάποτε ο προπάππους τους πάλευε να ζήσει. Πως όλα όσα βλέπουν γύρω τους γεννήθηκαν από θυσία και αγάπη.
Εγγονός: Θα το κάνω, παππού. Σ’ το υπόσχομαι.
Παππούς: Μπράβο, παλικάρι μου… Έλα τώρα, πάμε να κάτσουμε στο πεζούλι. Θα σου μάθω ένα τραγούδι που τραγουδούσαμε στο Χάσκιοϊ. Να το θυμάσαι κι αυτό, σαν κομμάτι της ψυχής μας.
Παππούς: Ξέρεις, παιδί μου… τα πρώτα χρόνια εδώ ήταν δύσκολα. Ο τόπος ήταν ξένος, το χώμα σκληρό. Στήσαμε κάτι καλύβες από ξύλα .Ούτε πόρτες καλά-καλά δεν είχαν. Μα οι άνθρωποι, οι πρόσφυγες, είχαν όλοι την ίδια φωτιά μέσα τους ,να μην το βάλουν κάτω.
Εγγονός: Κι εσείς πώς τα βγάζατε πέρα;
Παππούς: Ξυπνούσαμε πριν βγει ο ήλιος. Οι γυναίκες πήγαιναν στις βρύσες με τα σταμνιά, να φέρουν νερό για το νοικοκυριό. Οι άντρες πήγαιναν στα χωράφια. Εγώ, μικρός ακόμα, βοηθούσα. Μαζεύαμε ξύλα, κουβαλούσαμε πέτρες για τα θεμέλια των σπιτιών. Δεν υπήρχε μέρα χωρίς δουλειά.
Εγγονός: Δεν σας βοηθούσε κανείς;
Παππούς: Ο καθένας βοηθούσε τον άλλον! Σαν οικογένεια ήμασταν όλοι. Ο θείος ήξερε να φτιάχνει εργαλεία. Ο μπάρμπα Ισάκ είχε γερά χέρια , έσκαβε βαθιά. Οι γυναίκες έραβαν ρούχα από ό,τι είχαν. Αν είχες λίγο ψωμί παραπάνω, το μοιραζόσουν. Έτσι στεριώσαμε.
Εγγονός: Και το βράδυ; Τι κάνατε;
Παππούς: Το βράδυ… μαζευόμασταν γύρω από τη φωτιά. Οι γυναίκες ζύμωναν, τα παιδιά παίζανε. Κι οι μεγάλοι… λέγαμε ιστορίες. Θυμάμαι την κυρά -Χριστίνα να τραγουδάει τραγούδια του Πόντου . Ο παππούς μου έλεγε παραμύθια για ήρωες και για παλιούς καιρούς. Ήταν ο τρόπος μας να ξεχάσουμε τον καημό και να θυμηθούμε πως, ακόμα κι αν χάσαμε τα σπίτια μας, η ψυχή μας ήταν όρθια.
Εγγονός: Σου άρεσε η ζωή εδώ τελικά;
Παππούς: Μου άρεσε, γιατί ήταν τίμια. Όσο κι αν πονέσαμε, δεν σταματήσαμε να αγαπάμε το χώμα που μας δόθηκε. Εδώ σπείραμε τα πρώτα στάρια, εδώ φυτέψαμε τα πρώτα δέντρα. Μετά ήρθαν τα παιδιά, τα εγγόνια… Εσύ, παιδί μου, είσαι το πιο τρανό αποδεικτικό πως όλος αυτός ο κόπος άξιζε.
Εγγονός: Παππού, μου αρέσει που τα λες έτσι… Μοιάζει σαν παραμύθι.
Παππούς: Είναι παραμύθι ,αλλά είναι κι αληθινό. Να θυμάσαι πάντα, οι ρίζες μας είναι πιο δυνατές από ό,τι βλέπεις. Τώρα πάμε να κόψουμε λίγο δυόσμο από τον κήπο. Η γιαγιά σου θέλει να βάλει άρωμα στο φαγητό. Έτσι κάναμε πάντα, λίγο χώμα, λίγο νερό, και πολλή αγάπη.
Εγγονός: Παππού, πες μου για τη γιαγιά. Πώς τη γνώρισες;
Παππούς: Αχ, παιδί μου… η γιαγιά σου ήταν η πιο όμορφη κοπέλα στο χωριό. Όταν ήρθαμε εδώ, ήταν κι αυτή προσφυγοπούλα , η οικογένειά της είχε χάσει τα πάντα. Συναντηθήκαμε πρώτη φορά στην αυλή της εκκλησίας, την Κυριακή, μετά τη λειτουργία.
Εγγονός: Τι ένιωσες όταν την είδες;
Παππούς: Τα μάτια της έλαμπαν σαν το φως. Είχε στα χέρια της ένα μαντήλι κεντημένο με λουλούδια ,το ‘χε φτιάξει η μάνα της. Όταν γελούσε, νόμιζα πως όλο το χωριό έπαιρνε χαρά.
Εγγονός: Και πώς της μίλησες;
Παππούς: Δύσκολα… Ήμουν ντροπαλός. Πρώτα της ζήτησα νερό από τη στάμνα. Μετά άρχισα να πηγαίνω κάθε μέρα στην πλατεία, τάχα να ποτίσω την αγελάδα.Στην αρχή γελούσε, μα ύστερα κατάλαβε πως την καρδιά μου την είχα δώσει.
Εγγονός: Πόσο καιρό κάνατε να παντρευτείτε;
Παππούς: Δεν είχαμε πολλά, αλλά η αγάπη μας έφτανε. Σε έξι μήνες κάναμε τον γάμο. Μαζεύτηκε όλο το χωριό , ήμασταν όλοι φτωχοί, αλλά όλοι έφεραν κάτι, στάρια, λίγο λάδι, λίγο κρασί. Θυμάμαι πως τραγούδησαν οι γυναίκες της γειτονιάς . Έπαιζε το ζουρνά του ο Σάββας ο Ξενίδης ,ο ζουρνατζής και χόρεψαν όλοι.
Εγγονός: Πώς ήταν η γιαγιά ντυμένη;
Παππούς: Η γιαγιά σου φορούσε ένα λευκό φόρεμα που το ‘χε ράψει μόνη της, με υφάσματα που μάζεψε από δω κι από κει. Δεν ήταν πλούσιο, μα ήτανε πιο όμορφο από κάθε νυφικό. Είχε βάλει στα μαλλιά της ένα στεφάνι με αγριολούλουδα.
Εγγονός: Κι εσύ, παππού; Τι φόρεσες;
Παππούς: Ένα παλιό κουστούμι που μου έδωσε ο θείος Περικλής . Ήταν λίγο μεγάλο, μα τότε δεν κοιτούσαμε τις λεπτομέρειες. Η καρδιά ήταν το σημαντικότερο.
Εγγονός (χαμογελάει): Κι από τότε είστε μαζί…
Παππούς: Μαζί σε όλα, παιδί μου. Στη χαρά και στη λύπη. Χτίσαμε μαζί το σπίτι μας, μεγαλώσαμε τα παιδιά μας. Ακόμα και τώρα, κάθε πρωί την ευχαριστώ που μου έδωσε μια οικογένεια κι ένα σπίτι γεμάτο γέλια.
Εγγονός: Παππού, θα τα θυμάμαι όλα αυτά. Θέλω κι εγώ μια μέρα να αγαπήσω έτσι.
Παππούς (αγκαλιάζοντάς τον): Αυτό εύχομαι για σένα, παιδί μου. Η αγάπη είναι το μόνο που μας μένει στο τέλος. Και μην ξεχνάς , κάθε φορά που κοιτάς τη γιαγιά σου, να θυμάσαι πως εδώ, στο Μαυρονέρι, ξεκίνησαν όλα αυτά. Ένα χωριό, δυο καρδιές, κι ένα τραγούδι που λέγαμε όλοι μαζί.
Εγγονός: Παππού, πες μου πώς φτιάξατε την εκκλησία στο χωριό.
Παππούς: Αχ, παιδί μου… μεγάλη ιστορία! Όταν πρωτοήρθαμε εδώ, δεν υπήρχε εκκλησία. Είχαμε μόνο μια μικρή εικόνα της Παναγιάς, που την έφερε η γιαγιά σου τυλιγμένη σε ένα μαντήλι. Ξέρεις, για μας, η εκκλησία ήταν το στήριγμά μας , εκεί βρίσκαμε κουράγιο.
Εγγονός: Και πώς την αρχίσατε;
Παππούς: Μαζευτήκαμε ένα βράδυ όλοι οι άντρες του χωριού. Ο παπάς τότε, ο παπά – Λεφίδης μας είπε: «Ο Θεός είναι μαζί σας. Εμείς θα βάλουμε τα χέρια, κι Εκείνος θα βάλει την ευλογία Του». Έτσι ξεκινήσαμε.
Εγγονός: Τι κάνατε πρώτα;
Παππούς: Πρώτα καθαρίσαμε το χωράφι στη μέση του χωριού . Ήταν γεμάτο πέτρες και αγριόχορτα. Τις πρώτες μέρες τις βγάλαμε με τα χέρια. Δεν είχαμε πολλά εργαλεία , μόνο την πίστη μας.
Εγγονός: Δεν κουραστήκατε;
Παππούς: Κουραστήκαμε πολύ! Ξέρεις, δουλεύαμε στα χωράφια όλη μέρα κι ύστερα, το σούρουπο, μαζευόμασταν για το χτίσιμο. Έφερνε ο καθένας ό,τι είχε , ένας κουβά νερό, άλλος ξύλα για τα καλούπια, άλλος καρφιά. Οι γυναίκες έπλεκαν κουρελούδες για να βάλουμε μπροστά στις πόρτες, μην μπει το κρύο.
Εγγονός: Και πότε τελειώσατε;
Παππούς: Κράτησε κοντά δύο χρόνια, παιδί μου. Σιγά-σιγά, έβαζε ο Θεός το χέρι Του. Όταν πια μπήκε ο σταυρός στο καμπαναριό, το χωριό γιόρτασε. Θυμάμαι τον ήχο της πρώτης καμπάνας .
Εγγονός: Και τώρα που τη βλέπεις, τι νιώθεις;
Παππούς: Όταν τη βλέπω, θυμάμαι πως όλοι μαζί την κάναμε. Δεν είναι μόνο πέτρες και ασβέστης ,είναι η καρδιά μας εκεί μέσα. Ό,τι χάσαμε πίσω, το χτίσαμε εδώ από την αρχή. Γι’ αυτό, να την αγαπάς την εκκλησία μας, είναι το σπίτι μας, το καταφύγιό μας.
Εγγονός: Σ’ ευχαριστώ, παππού… Την επόμενη φορά θα έρθω μαζί σου να ανάψω κι εγώ ένα κερί.
Παππούς (χαμογελάει και του χαϊδεύει τα μαλλιά): Έτσι μπράβο, παιδί μου. Η εκκλησία μας κρατάει δεμένους κι όσο ανάβεις κερί, να θυμάσαι όλους όσους μόχθησαν για να την δεις όρθια σήμερα.
Εγγονός: Παππού, πες μου για το πρώτο πανηγύρι της εκκλησίας!
Παππούς (με μάτια που λάμπουν): Αχ, παιδί μου, εκείνη ήταν μέρα που δε θα ξεχάσω ποτέ! Όταν τελειώσαμε την εκκλησία, ήρθε η ώρα να τη γιορτάσουμε. Ήταν του Αγίου Χαραλάμπους.
Εγγονός: Τι κάνατε;
Παππούς: Από το πρωί, οι γυναίκες έφτιαχναν κουλούρια, ,πιροσκί ,ωτία ,πουρμάδες ,πίτες, τυρόπιτες. Τα παιδιά έφερναν λουλούδια και στόλιζαν την εικόνα. Οι άντρες είχαν στήσει τραπέζια με ό,τι καλό είχε το χωριό, ψωμί, κρασί, φρούτα. Ακόμα και το πιο μικρό σπίτι πρόσφερε κάτι , ήταν όλοι μια οικογένεια.
Εγγονός: Τι ώρα άρχισε;
Παππούς: Μετά τη λειτουργία, το μεσημέρι. Στην αυλή της εκκλησίας απλώσαμε κουρελούδες και σεντόνια. Έπαιζε ζουρνά ο Σάββας ο Ξενίδης και νταούλι ο Νικούς ο Ξενίδης .
Εγγονός (με ενθουσιασμό): Και για φαγητό;
Παππούς: Έβραζαν οι κατσαρόλες στα καζάνια! Βραστό κρέας με μπόλικο λεμόνι , πατάτες και ένα καζάνι κρασί . Όταν πια το κρασί ζέστανε το κορμί μας, πιάσαμε όλοι τον χορό.
Εγγονός: Οι γιαγιάδες χόρευαν;
Παππούς: Πρώτες οι γιαγιάδες! Έπιαναν το χέρι η μια της άλλης κι έκαναν κύκλο. Τραγουδούσαν. Σαν έβλεπες τα πρόσωπά τους, έλαμπαν . Είχαν αφήσει πίσω τους τον πόνο, έστω για μια μέρα.
Εγγονός: Εσύ, παππού, χόρεψες;
Παππούς: Εγώ ήμουν από τους πρώτους! Έπιασα τον χορό δίπλα στον παπά και στους γεροντότερους. Κι η γιαγιά σου, με εκείνο το λευκό της μαντήλι, γελούσε από την καρδιά της. Σαν την είδα, σκέφτηκα: «Όλα όσα χάσαμε, τα ξαναβρήκαμε εδώ».
Εγγονός: Παππού… μακάρι να ήμουν εκεί!
Παππούς: Να ‘σαι σίγουρος πως σε κουβαλάμε κι εσένα. Κάθε πανηγύρι που γίνεται από τότε, είναι για σας τα παιδιά , να θυμάστε πως ξεκινήσαμε με ταπεινότητα, αλλά με πολλή αγάπη και πίστη.
Εγγονός: Του χρόνου θέλω να ‘ρθω μαζί σου και να χορέψουμε!
Παππούς (χαμογελάει και τον φιλάει στο κεφάλι): Έτσι μπράβο, παιδί μου. Το πανηγύρι δεν είναι μόνο τραγούδι και χορός, είναι η μνήμη μας και η ελπίδα μας. Όσο χορεύουμε, μένει ζωντανή η καρδιά του χωριού.