Σιωπηλή Δύναμη . Η Ευθυμία της Υπομονής. 

Σιωπηλή Δύναμη . Η Ευθυμία της Υπομονής. 

 Η Ευθυμία Καρολίδου γεννήθηκε το 1925, στο Παλιό Αγιονέρι του Κιλκίς, παιδί προσφύγων που έφεραν στις αποσκευές τους πόνο και ελπίδα. 

Η μητέρα της, η Σοφία, γυναίκα ευγενικής ψυχής και καταγωγής από την Τραπεζούντα του Πόντου, κουβαλούσε στις φλέβες της το αίμα μιας παλιάς, εύπορης οικογένειας. Η γιαγιά της η Υπατία ήταν μια αρχόντισσα της Τραπεζούντας .  

Ο πατέρας της, ο Παγκράτιος Καρολίδης, είχε έρθει από τον Καύκασο. Άντρας περήφανος, δουλευταράς, που πάλευε να ριζώσει ξανά σ’ έναν τόπο ξένο. 

Από την Τραπεζούντα έφτασε μαζί τους κι ένα κομμάτι πίστης, μια εικόνα. 

Ο παππούς της Ευθυμίας ήταν ζωγράφος, αγιογράφος με το μεράκι του καλλιτέχνη και τη φλόγα του πιστού. Σε κάθε του εγγόνι χάρισε από μια εικόνα . Εκείνη που πήρε η μικρή Ευθυμία, του Αγίου Μανδηλίου , βρήκε καταφύγιο χρόνια αργότερα στο εξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου στο Μαυρονέρι, για να μένει εκεί, σιωπηλός μάρτυρας μιας οικογενειακής ιστορίας. 

Η Ευθυμία μεγάλωσε με τα αδέλφια της, την Ευδοξία και τον Βασίλη. Μα η ζωή δεν της χάρισε παιδικά χρόνια. Στα πέντε της ορφάνεψε από πατέρα. Η μητέρα της, ανήμπορη να θρέψει τα παιδιά, πήρε τη σκληρή απόφαση να τη στείλει στο ορφανοτροφείο της Χίου. 

Εκεί, πίσω από τους πέτρινους τοίχους και τις σιωπηλές αίθουσες, η Ευθυμία έμαθε τι θα πει υπομονή, πειθαρχία και αγώνας. Έμεινε εκεί ως τα δεκάξι της,  χρόνια που χάραξαν ανεξίτηλα την ψυχή της. Όταν μεγάλωσε , η Διεύθυνση του Ορφανοτροφείου την έστειλε πίσω στη μητέρα της, όπως γινόταν όταν υπήρχε ακόμη ένας γονιός εν ζωή. 

Στο Παλιό Αγιονέρι, ένα βράδυ σε μια χοροεσπερίδα, η ζωή της πήρε τον δρόμο της καρδιάς. Εκεί γνώρισε τον Δημήτρη Καλτσίδη από το Μαυρονέρι, πρόσφυγας από το Σουπατάν του Καρς του Καυκάσου. Ψηλός, λεβέντης, με βλέμμα καθαρό, την ξεχώρισε μέσα στο πλήθος. 

Ο έρωτας τους ήταν άμεσος και αληθινός. Ο Δημήτρης την πήρε γυναίκα του και την έφερε στο Μαυρονέρι. Μαζί έστησαν σπιτικό και απέκτησαν τρία παιδιά, καρπούς μιας αγάπης βαθιάς και τίμιας. 

Η ζωή, όμως, δεν τους χαρίστηκε. 

Ο Δημήτρης στάλθηκε στο Αλβανικό μέτωπο, ιπποκόμος στον πόλεμο του ’40, και αργότερα, ταραγμένοι καιροί τον βρήκαν ξανά αντιμέτωπο με την αδικία. Για τέσσερα χρόνια γνώρισε τη σκληρότητα της Γυάρου, εξόριστος για τις πεποιθήσεις του. 

Όταν γύρισε, η Ευθυμία τον υποδέχτηκε όπως μόνο μια γυναίκα που περίμενε χρόνια μπορεί να υποδεχτεί τον άνθρωπό της , με δάκρυα, με σιωπή, με καρδιά γεμάτη. Μα η χαρά τους κράτησε λίγο. Το 1972, ο Δημήτρης έφυγε νωρίς από τη ζωή, στα πενήντα τρία του χρόνια. 

Η Ευθυμία έμεινε πίσω, δυνατή μέσα στη θλίψη. 

Κουβάλησε στα γηρατειά της τον πόνο για τον χαμό του άντρα της, μα και τον αβάσταχτο καημό του γιου της, του Χαράλαμπου, που έφυγε στα σαράντα τρία του, το 1997. 

Έζησε ήρεμα τα τελευταία της χρόνια, με την αξιοπρέπεια που τη συνόδευε πάντα. Έπινε τα φαρμάκια της ζωής χωρίς να λυγίζει. 

Και όταν ήρθε η ώρα της, το 2019, έκλεισε τα μάτια της στα ενενήντα έξι της χρόνια, με το βλέμμα στραμμένο ίσως προς τον ουρανό της Τραπεζούντας, εκεί όπου ρίζωσε κάποτε η αρχή της γενιάς της. 

Η Ευθυμία ήταν μια γυναίκα της σιωπής. Από εκείνες που δεν υψώνουν ποτέ τη φωνή τους, μα η παρουσία τους γεμίζει το σπίτι. 

Στην ψυχή της κουβαλούσε τη θάλασσα της Χίου, τα βουνά του Καυκάσου και τα λιμάνια της Τραπεζούντας , όλα όσα δεν γνώρισε, μα τα έφερε σαν κληρονομιά αίματος και μνήμης. 

Πέρασε τη ζωή της με την ταπεινότητα των μεγάλων ανθρώπων, με υπομονή, με καρδιά που άντεξε τον πόνο και με μάτια που δεν έπαψαν ποτέ να βλέπουν τη ζωή με ευγνωμοσύνη. 

Η Ευθυμία  ήταν η  μάνα, η σύζυγος, η πρόσφυγας. Αλλά ήταν  και μια ψυχή που έμαθε να ξαναστήνει τον κόσμο της κάθε φορά απ’ την αρχή. 

Άφησε πίσω της παιδιά, εγγόνια και μια σιωπηλή παρακαταθήκη δύναμης. 

Όπως εκείνη η εικόνα του Αγίου Μανδηλίου στο εξωκλήσι του Μαυρονερίου, έτσι κι η μνήμη της μένει  ήρεμη, φωτεινή και ιερή. 

Γιατί οι ζωές των ανθρώπων σαν την Ευθυμία δεν χάνονται , αλλά γίνονται προσευχή, θύμηση και ρίζα βαθιά μέσα στον χρόνο. 

Στη Χίο υπήρξε  ορφανοτροφείο που περιέθαλψε ορφανά από πρόσφυγες του 1922, κυρίως από τον Καύκασο. Πρόκειται για το Μιχάλειο Ορφανοτροφείο Χίου, το οποίο ιδρύθηκε το 1922 από τον ευεργέτη και εφοπλιστή Γεώργιο Μιχάλη. Το ίδρυμα αυτό λειτούργησε ως καταφύγιο για ορφανά παιδιά προσφύγων, παρέχοντας στέγη, τροφή και εκπαίδευση. 

Σύμφωνα με έρευνες, το Μιχάλειο Ορφανοτροφείο Χίου δέχθηκε κυρίως παιδιά από την περιοχή του Καυκάσου, που είχαν εκτοπιστεί μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το ίδρυμα συνέβαλε σημαντικά στην αποκατάσταση αυτών των παιδιών, προσφέροντάς τους μια νέα αρχή σε μια δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή