Σπίτια που θυμούνται στο Μαυρονέρι  

Σπίτια που θυμούνται στο Μαυρονέρι  

Υπάρχουν σπίτια που δεν είναι πια κατοικήσιμα, αλλά παραμένουν ζωντανά. Όχι γιατί κάποιος ανάβει το καντήλι ή σκουπίζει το κατώφλι, αλλά γιατί η μνήμη δεν τα εγκατέλειψε. Είναι τα σπίτια των πρώτων προσφύγων, χτισμένα με πλιθιά και ελπίδα, όταν ξεριζωμένοι άνθρωποι άφησαν τις πατρίδες τους και γαντζώθηκαν σε μια νέα γη. Τα δούλεψαν, τα μεγάλωσαν, τα γέμισαν με φωνές.  

Περνώντας από αυτά τα σπίτια, κάτι μας καλεί. Μια πόρτα που έμεινε ανοιχτή, μια κληματαριά που σκιάζει τη μοναξιά, ένα εικονοστάσι που αντιστέκεται στον χρόνο. Μέσα στα φθαρμένα δωμάτια, στον ήχο του ανέμου που περνά απ’ τα σπασμένα τζάμια, ψιθυρίζουν ζωές που κάποτε υπήρξαν. 

Γιατί τα σπίτια αυτά, ακόμη κι αν σωριαστούν στο χώμα, δεν θα πάψουν να θυμούνται. 

Το περνούσα συχνά εκείνο το σπίτι στο Μαυρονέρι. 

  Ήταν το σπίτι του Νεοκλή Χρυσοστομίδη ,που ζούσε εδώ με την οικογένειά του  τα χρόνια της προσφυγιάς και αργότερα έφυγε στην Θεσσαλονίκη. 

Ήταν σαν να με καλούσε. Όχι απλώς ένας τόπος, αλλά μια ψυχή. Ήταν σιωπηλό, σκυφτό, ένα πλινθόκτιστο που είχε αφεθεί στο έλεος του καιρού. Η μία του πλευρά είχε σωριαστεί . Τα πλιθιά έλιωσαν από τις βροχές, τις παγωνιές και τη λησμονιά. Μονάχα η κληματαριά το είχε λυπηθεί. Είχε απλώσει τα κλήματα της επάνω του, σαν να ήθελε να το σκεπάσει, να του ψιθυρίσει: “Μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ.”  

 Τη θυμάμαι να φτάνει ως το παράθυρο, σκέπαζε τη μισή αυλή. Κάθε Αύγουστο έκοβαν τα σταφύλια και έκαναν πετιμέζι. Όλα χάθηκαν. Οι άνθρωποι έφυγαν. Άλλοι πέθαναν, άλλοι πήγαν στα παιδιά τους στις πόλεις. 

Η πόρτα, μια παλιά ξύλινη είχε γείρει και έμενε πια μονίμως ανοιχτή. Ίσως και να το ήθελε. Να μην ξεχαστεί. 

Μια μέρα, παρασύρθηκα από μια ανεξήγητη έλξη και μπήκα από το πίσω μέρος. Εκεί που κάποτε ήταν αυλή, τώρα ήταν αγριόχορτα. Έσπρωξα ένα ξεχαρβαλωμένο παραθυρόφυλλο και βρέθηκα μέσα. Στη σάλα. 

Κάποιοι έζησαν εδώ. Γέννησαν, έκλαψαν, γέλασαν, προσευχήθηκαν. Ήταν ένα σπίτι του Εποικισμού, από εκείνα που δόθηκαν στους πρώτους πρόσφυγες. Ξεριζωμένοι ήρθαν, και τούτο το φτωχό πλινθόκτιστο τούς φάνηκε παλάτι. Τους στέγασε την αβεβαιότητα, έγινε καταφύγιο, φωλιά ελπίδας και μνήμης. 

Μύριζε γη και παρελθόν. Στα αριστερά και δεξιά, δυο δωμάτια σιωπηλά. Και πίσω ένα κουζινάκι με χτιστό πάγκο. Τα παλιά υφασμάτινα κουρτινάκια, ξεβαμμένα, κρέμονταν θλιμμένα από τα χωρίσματα. Ένα μικρό ξύλινο επιπλάκι, μισογκρεμισμένο, κρατούσε ακόμη σπασμένα φλιτζάνια , τελευταία σημάδια μιας ζωής που κάποτε κυλούσε με πρωινό καφέ και βραδινή προσευχή. Ποιος να ήπιε τον τελευταίο καφέ εδώ; 

Στο κέντρο της σάλας, στον τοίχο, το εικονοστάσι. Ένα μικρό καντήλι, λίγο λάδι στον πάτο, το φυτιλάκι ακόμη βυθισμένο. Πάνω στην εικόνα του Χριστού, μια αράχνη ύφαινε τον ιστό της, ήσυχα, σταθερά, σαν να μην την ενδιέφερε τίποτε πια. 

Κάποια στιγμή σαν  να ένιωθα ότι άναψε το καντήλι .  Η φλόγα τρεμόπαιξε. Για μια στιγμή, το σπίτι φώτισε από μέσα. Ήταν σαν να ζωντάνευε. Σαν να έπαιρνε μια τελευταία ανάσα. 

 Όχι …ήταν  η ρίζα μιας χαμένης πατρίδας. Ένας μικρός ναός μνήμης, με χώμα για πάτωμα και ουρανό για στέγη. Τα χρόνια πέρασαν. Οι φωνές σώπασαν. Οι ψυχές πήραν τον δρόμο τους. Και το σπίτι έμεινε ,όχι άδειο, αλλά γεμάτο ψιθύρους. Μαρτυρίες ζωής σιωπηλής, που αντιστέκεται στη λήθη. Ίσως γι’ αυτό ακόμη με καλεί κάθε φορά που περνώ. Γιατί θυμάται. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή