Στα Βουνά της Αλβανίας 

Στα Βουνά της Αλβανίας 

Όταν ήρθε το προσκλητήριο, κανείς δεν έκανε πίσω. 

Ο Ματθαίος Παπαδόπουλος , ο Λάζαρος Παπαδόπουλος  ο Σπύρος Αθανασιάδης , ο Συμεών Θεοδωρίδης ,γνωστός ως Σώμκας ,  ο Γιάννης ο Ξενίδης . Πέντε νέοι άντρες, ρίζες βαθιές στον τόπο τους, έδεσαν σφιχτά τα αρβυλάκια τους, φίλησαν τα παιδιά και τις γυναίκες τους και με καρδιά βαριά ανέβηκαν στ’ αφιλόξενα βουνά της Αλβανίας. Άφησαν πίσω ζωή και όνειρα, για να φυλάξουν την πατρίδα. 

Η γη εκεί πάνω δεν τους λυπήθηκε. Το χιόνι, το κρύο, η πείνα, ο τρόμος των κανονιών έγιναν οι σύντροφοί τους. Κάθε αυγή που έβρισκε ακόμα ζωντανό τον καθένα τους ήταν ένα θαύμα. 

Όλοι γύρισαν πίσω. Όλοι, εκτός από τον Ματθαίο. Ο Ματθαίος έμεινε εκεί. 

Κανείς δεν έμαθε ποτέ πού ακριβώς λύγισε, αν βρέθηκε χέρι να του κλείσει τα μάτια, αν του στάθηκε μια προσευχή. Έμεινε μια ανάμνηση θαμπή και πικρή στα χείλη των συγχωριανών του. Ένας ήρωας χωρίς τάφο. 

Ο Λάζαρος γύρισε με τραύμα βαθύ στο σώμα. Το χέρι του, κάποτε δυνατό και στέρεο, έτρεμε πια σαν φύλλο στον άνεμο. Κουβαλούσε μαζί του και τον πόνο, εκείνον που δε φαίνεται. 

Ο Σπύρος κι ο Σώμκας γύρισαν ,  μα οι ψυχές τους είχαν γονατίσει. 

Ο τρόμος, η απώλεια, τα χαμένα αδέλφια τους τούς σημάδεψαν για πάντα. 

Άλλοι άντρες επέστρεψαν απ’ αυτούς που έφυγαν , σιωπηλοί, γερασμένοι ξαφνικά, με βλέμματα χαμηλωμένα και σφιγμένα χείλη. 

Ο Γιάννης, με την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή, πήρε στα χέρια του το γράμμα που τόσο περίμενε. Η γυναίκα του είχε γεννήσει. Μια κορούλα, τη Μαρίκα. 

Ο Διοικητής, σπάνιο πράγμα για την εποχή, τον αποδέσμευσε να γυρίσει στο σπίτι του, στο Μαυρονέρι. 

Ο δρόμος της επιστροφής ήταν ατέλειωτος, γεμάτος λάσπες, χαλάσματα και φαντάσματα. Όταν μπήκε στο χωριό, ήταν παραμονές άνοιξης. 

Το Μαυρονέρι υποδέχθηκε τα παιδιά του σιωπηλά. Δεν υπήρχαν τυμπανοκρουσίες, μόνο δάκρυα. 

Μάτια γέρων δάκρυζαν σιωπηλά, γυναίκες έσφιγγαν τις ποδιές στα χέρια, παιδιά κοίταζαν διστακτικά τους άντρες με τις στολές τους κουρελιασμένες. 

Ένας – ένας τους πλησίαζαν, τους άγγιζαν απαλά, σαν να ήθελαν να βεβαιωθούν πως είναι αληθινοί, πως γύρισαν ζωντανοί. 

Η γυναίκα του Γιάννη στάθηκε στην άκρη του χωριού, με το νεογέννητο στην αγκαλιά, και τον περίμενε. 

Κι όταν τον είδε, δεν είπε λέξη. 

Μόνο του άπλωσε τη μικρή Μαρίκα και τον κοίταξε στα μάτια. 

Ο Ματθαίος έμεινε πίσω, να γίνει χώμα στα βουνά. Οι άλλοι γύρισαν, τραυματίες στο σώμα και στην ψυχή, να μαζέψουν τα κομμάτια τους και να χτίσουν ξανά τη ζωή από την αρχή. 

Κι έτσι, το Μαυρονέρι μέτρησε τα παιδιά του. 

Άλλοι γύρισαν μισοί, άλλοι γεμάτοι σιωπή, κι άλλοι έμειναν άθαφτοι σε ξένες πέτρες. 

Όμως η ζωή, πεισματάρα , ξαναρίζωσε και μέσα στα σπιτικά άναψαν πάλι φωτιές. 

Και κάθε φορά που φυσούσε ο αέρας, έφερνε μαζί του τη θύμηση εκείνων που δεν γύρισαν , όπως ο χαμένος Ματθαίος ,  που έγιναν άγρυπνοι φύλακες στα αφιλόξενα βουνά. 

Γιατί το χώμα του τόπου το ποτίζει το αίμα, και πάνω του ανθίζουν οι πιο γερές γενιές. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή