Στα Μονοπάτια του Ξύλου και της Μνήμης 

Στα Μονοπάτια του Ξύλου και της Μνήμης 

Ο δρόμος ανηφορικός, γεμάτος στροφές και κακοτράχαλους χωματόδρομους. Οι Μαυρονεριώτες, άνθρωποι σκληροτράχηλοι και μαθημένοι στη βιοπάλη, ξεκινούσαν από τα χαράματα. Τα κάρα τους, βαριά φορτωμένα με σκοινιά, τσεκούρια και πριόνια, ακολουθούσαν το γνώριμο μονοπάτι προς τα βουνοχώρια, όπου έκοβαν ξύλα για τις ανάγκες τους. Ήξεραν καλά τις διαδρομές, τις γωνιές που τα δέντρα φύτρωναν πιο πυκνά και τα μέρη όπου μπορούσαν να βρουν την καλύτερη ξυλεία. Πήγαιναν στα βουνοχώρια των Κρουσσίων και φόρτωναν την ξυλεία . Τότε, κάρα με δυνατά άλογα είχαν ο Θόδωρος ο Θεοδωρίδης και ο Νικούς ο Ξενίδης που κουβαλούσαν ξύλα με αγώγι και για άλλους συγχωριανούς τους .  

Το  χωριό Λειψύδριο, πάλι, είχε τη δική του σημασία. Εκεί δεν πήγαιναν για ξυλεία, αλλά για να κόψουν και να φορτώσουν πουρνάρια, πολύτιμα για τους φούρνους τους, ιδανικά για το ψήσιμο του ψωμιού. Στην ανατολική πλευρά του χωριού, εκεί όπου ο ήλιος έλουζε τις πλαγιές, άνοιγαν δρόμο με τα κάρα τους μέσα από χωραφόδρομους που περνούσαν ανάμεσα σε δέντρα και θάμνους , μια εικόνα ξένη για το γυμνό από βλάστηση Μαυρονέρι. Εκεί στο Λειψύδριο ήταν οι συγγενείς του Άβελ από την πλευρά της μητέρας του  της Άβελ Μαρίας , οι Γαβράδες ,που ήρθαν και αυτοί πρόσφυγες από το χωριό Σιντισκόμ του Καρς  , δίπλα στο Χάσκιοϊ των Παπαδόπουλων .Τους περίμεναν με χαρά και τους καλοδέχονταν ,κάνοντάς τους πάντα το τραπέζι με τα παραδοσιακά τους φαγητά .  

Οι άντρες δούλευαν με τα χέρια τους, κόβοντας και φορτώνοντας, ενώ οι φωνές τους αντηχούσαν μέσα στη σιωπή του βουνού. Οι νεότεροι μάθαιναν από τους παλιούς, έπιαναν το τσεκούρι όπως τους έδειχναν οι πατεράδες τους, μάθαιναν να δένουν σωστά το φορτίο για να μην σκορπίσει στο δρόμο της επιστροφής. Και ύστερα, όταν ο ήλιος πλησίαζε στη δύση , ξεκινούσαν πίσω, κουρασμένοι μα γεμάτοι από τη γνώριμη ικανοποίηση μιας δουλειάς καλοφτιαγμένης. 

Η διαδρομή της επιστροφής είχε τη δική της ομορφιά. Η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου ξύλου και των πουρναριών ανακατευόταν με το χώμα και το αγέρι του βουνού. Οι τροχοί των κάρων  έτριζαν και τα ζώα τραβούσαν τον δρόμο τους καρτερικά. Οι  άνθρωποι, παρά την κούραση, έβρισκαν πάντα λόγο για ένα αστείο, μια ιστορία, έναν παλιό σκοπό που τον σιγομουρμούριζαν μέχρι να φανούν τα πρώτα σπίτια του χωριού. 

Έτσι περνούσαν οι δεκαετίες, κι οι Μαυρονεριώτες συνέχιζαν να παίρνουν το δρόμο για το Λειψύδριο και τα βουνά, κουβαλώντας όχι μόνο ξύλα και πουρνάρια, αλλά και μνήμες από έναν τρόπο ζωής που, παρότι μακρινός, δεν είχε χαθεί από τις καρδιές τους. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή