Στου Τεμελιού τη Σκιά
Η Καθημερινή Ζωή στο Πατρικό Σπίτι ,όταν Ζούσαν Όλοι Μαζί .
Το πατρικό σπίτι του Άβελ ήταν πλίθινο , με δύο δωμάτια και μια σάλα που χωρούσε τέσσερα νοικοκυριά σε ένα. Εκεί ζούσαν όλα τα αδέρφια του, παντρεμένοι με τις γυναίκες τους, τις φωνές και τα βάσανά τους.
Στο κέντρο όλων στεκόταν η Άβελ Μαρία, η μάνα που μεγάλωσε μόνη της τέσσερα παιδιά, μετά τον θάνατο του άντρα της. Στο σπίτι αυτό μπήκε νύφη η Νίνα ,γνωστή ως Μαιρούλα , η Ελισσάβετ και η Όλγα , όχι βασίλισσες αλλά μαθητευόμενες στη σιωπή και στη συνήθεια. Τρεις νύφες, τρία κατώφλια, μια αυλή κι η Άβελ Μαρία στο κέντρο, σαν δέντρο με βαθιές ρίζες που τάιζε όλους τους καρπούς της.
Το σπίτι δεν κοιμόταν ποτέ ολόκληρο.
Τα πρωινά η πεθερά τους ξυπνούσε πρώτη. «Προτού ανοίξει το φως η μέρα, να έχουμε βάλει τη ζύμη», έλεγε. Η Νίνα έπλενε τα ρούχα στην αυλή με κρύο νερό και σαπούνι, η Ελισσάβετ ζύμωνε, η Όλγα άπλωνε, σκουπίζοντας με το μάτι τη σκιά της Άβελ Μαρίας που περνούσε πάντα κοντά. Δεν ήταν σκληρή, απλώς δεν χαριζόταν. Ήξερε ότι μια νύφη δοκιμάζεται πρώτα στην αντοχή και μετά στην καρδιά.
Οι νύφες δεν είχαν δικό τους χώρο, μονάχα έναν μικρό καθρέφτη πίσω από την κουρτίνα, εκεί που άπλωναν το μαντήλι τους κάθε βράδυ. Τα λόγια της πεθεράς ήταν λίγα, μα έμπαιναν βαθιά .
Όλα τα αδέλφια έκαναν κουμάντο στα χωράφια, στα ζώα, στις συζητήσεις για τα οικονομικά. Η Νίνα δεν ανακατευόταν, αλλά όλα τα άκουγε. Άκουγε και κρατούσε μέσα της. Ήξερε πότε να μη μιλήσει, πότε να κλείσει το στόμα της όταν τα πράγματα φούντωναν. Και σιγά σιγά κέρδιζε τη θέση της, όχι σαν φιλοξενούμενη αλλά σαν γυναίκα του σπιτιού. Μια κουβέντα της Άβελ Μαρίας, μια μέρα που φιλοξενούσαν κόσμο, έφερε τα πάνω κάτω: «Η Νίνα μου έκανε το καλύτερο ψωμί σήμερα». Δεν ήταν το ψωμί , ήταν η αποδοχή. Το ίδιο έκαναν και οι άλλες νύφες .
Έτσι πέρασε ο πρώτος χρόνος. Η Νίνα, από παιδί του Θεόδωρου, έγινε κόρη της Άβελ Μαρίας. Και μέσα από κάθε πιάτο που έβαλε στο τραπέζι, κάθε πετσέτα που δίπλωσε, κάθε σιωπή που κράτησε, έγραφε σιγά σιγά το δικό της κεφάλαιο σ’ εκείνο το πολυπρόσωπο σπίτι. Η Νίνα μπήκε στο σπίτι σαν φιλοξενούμενη που έπρεπε να μάθει πού πατά και πού μιλά.
Η καθημερινότητα και η ιεραρχία αυτής της πολυπληθούς προσφυγικής οικογένειας ήταν με κέντρο την Άβελ Μαρία, μια μορφή αυστηρή αλλά δίκαιη, ριζωμένη στο ήθος της πατρίδας που άφησε πίσω της .
Η Άβελ Μαρία είχε τον πρώτο λόγο σε όλα. Διαχειριζόταν τα οικονομικά, το γάλα, τα αυγά, ακόμα και τις κότες. Εκείνη αποφάσιζε τι θα μαγειρέψουν. Τα αυγά τα κρατούσε κλειδωμένα στο σεντούκι. Τα τρόφιμα ξοδεύονταν μόνο όταν ξεκλείδωνε το μικρό αποθηκάκι με το μεγάλο σιδερένιο κλειδί, δεμένο πάντα στο σκοινί που φορούσε στη μέση της. Εκείνη πήγαινε στον μανάβη, στον μπακάλη, μιλούσε με τους πλανόδιους που περνούσαν από το χωριό. Εκείνη επισκεπτόταν τα συγγενικά σπίτια και είχε τον πρώτο λόγο στα βαφτίσια των εγγονών της. Έτσι είχε μάθει να ζει από τους δικούς της στην πατρίδα.
Η Άβελ Μαρία ήταν αυστηρή αλλά δίκαιη. Δεν αγαπούσε να βλέπει τις νύφες να καβγαδίζουν μπροστά της, μα το είχε σύστημα να ελέγχει ποια μαγείρεψε πιο γρήγορα, ποια δεν έβαλε αλάτι στο φαγητό, ποια άργησε να τινάξει τα στρώματα.
Τα χρόνια πέρασαν. Τα αγόρια της άρχισαν να χτίζουν τα δικά τους σπίτια, να μεγαλώνουν τις οικογένειές τους. Μόνο ο μικρός της, ο Άβελ με τη γυναίκα του τη Νίνα ,έμεινε στο πατρικό. Στο σπιτικό που είχε φτιάξει η ίδια, με πλιθιά και ιδρώτα, με τον άντρα της τον Νικόλα, όταν ήρθαν από τον Καύκασο το 1922.
Όταν ήρθε η ώρα για ανακαίνιση, η Άβελ Μαρία επαναστάτησε. «Πώς να γκρεμίσουμε το τεμέλ;» έλεγε. Το θεμέλιο ήταν ιερό. Έτσι, δεν χτίστηκε κάτι καινούργιο. Μονάχα έγιναν παρεμβάσεις. Το πλίθινο σπίτι άντεξε, όπως άντεξε κι εκείνη και μαζί της, όλες οι γυναίκες που έμαθαν να ζυμώνουν τη ζωή με υπομονή, χωρίς να σηκώσουν φωνή, μόνο βλέμμα.
Το τεμέλ ακόμα υπάρχει. Κρυμμένο πια κάτω από σοβάδες, πλακάκια, και μοντέρνες γραμμές, μα δεν το σκέπασε ποτέ καμία ανακαίνιση. Είναι εκεί, στα θεμέλια, όπως καρφωμένη στη μνήμη η πρώτη ανάσα του σπιτιού. Ένα σπίτι από πλιθιά, φτιαγμένο από χέρια προσφύγων, χέρια που πάλευαν όχι μόνο να χτίσουν αλλά να ριζώσουν.
Όσο κι αν άλλαξε το σπίτι, όσο κι αν μπήκαν αλουμίνια στα παράθυρα, καινούρια έπιπλα, φρέσκες μπογιές, το πνεύμα της Άβελ Μαρίας δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Ήταν το κέντρο του κόσμου αυτού, ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονταν όλα. Τα φαγητά, τα κουμάντα, οι αποφάσεις, οι άνθρωποι.
Η Νίνα, γυναίκα του μικρότερου γιου της, του Άβελ, δεν έφυγε ποτέ από δίπλα της. Έμεινε εκεί, δίπλα στο τεμέλ και δίπλα στη μάνα, που δεν την αποκάλεσε ποτέ «πεθερά», αλλά πάντα «μητέρα». Τη φρόντισε μέχρι το τέλος της ζωής της, με σιωπή, με πράξεις, με εκείνον τον άγραφο σεβασμό που δεν χρειάζεται δηλώσεις για να μετρηθεί. Η Άβελ Μαρία, ακόμη κι όταν το σώμα της λύγισε, δεν εγκατέλειψε ποτέ τον πρώτο λόγο. Και η Νίνα δεν αμφισβήτησε ποτέ αυτό τον λόγο , τον τίμησε.
Κι όταν η Άβελ Μαρία έφυγε από τη ζωή, δεν έφυγε στ’ αλήθεια. Η μορφή της έμεινε στο σπίτι , στη σκιά της αυλής, στο θρόισμα των κουρτινών, στη φωνή της κατσαρόλας που σιγοβράζει. Και η Νίνα, που έζησε πλάι της μια ζωή ολόκληρη, ήξερε καλά πως η κληρονομιά που της άφησε δεν ήταν μόνο η κουζίνα και οι συνταγές, τα κλειδιά και οι αποφάσεις, αλλά εκείνος ο παλιός τρόπος του νοικοκυρέματος της ψυχής.
Η αυστηρότητα της Άβελ Μαρίας δεν είχε μέσα της κακία. Ήταν η παλιά αγάπη , η αγάπη που διδάσκει με σιωπές, που φροντίζει χωρίς χάδια, που κρατάει όρθιο το σπίτι ακόμη κι όταν όλα τριγύρω γκρεμίζονται.
Και τώρα, κάθε φορά που ανοίγει η πόρτα, το τεμέλ ανασαίνει σιωπηλά κάτω απ’ το πάτωμα. Θυμάται. Θυμάται τη γυναίκα που φρόντισε τη ρίζα και δεν την άφησε να ξεριζωθεί ποτέ. Θυμάται τη Νίνα, που κέρδισε τη θέση της όχι με λόγια, αλλά με την υπομονή και τη συνέπεια. Και θυμάται την Άβελ Μαρία, που έζησε και πέθανε με τη δύναμη των παλιών γυναικών. Αυτών που δεν ζητούσαν ποτέ τίποτα, γιατί ήξεραν πως όλα περνούν πρώτα από τα χέρια τους .
Το πατρικό σπίτι της Άβελ Μαρίας ήταν ένα σχολείο ζωής, μια κιβωτός αξιών που χώρεσε γενιές, πόνους και αγάπες . Εκεί μέσα γράφτηκαν οι μικρές ιστορίες των γυναικών που δεν μίλησαν πολύ, αλλά έκαναν πολλά , με τα χέρια, το βλέμμα, την καρτερία.
Η Νίνα, η Ελισσάβετ, η Όλγα κι άλλες ίσως αργότερα ,βάδισαν όλες στον ίσκιο του τεμελιού, όχι σαν σκιάχτρα της παράδοσης αλλά σαν συνέχειες μιας γυναίκας που ήξερε να κρατά τις ρίζες ζωντανές.
Σήμερα, ίσως τίποτα δεν μοιάζει όπως τότε. Ο κόσμος μεγάλωσε, τα σπίτια άνοιξαν, οι σκιές δεν βαραίνουν το ίδιο. Κι όμως, εκεί στο παλιό κατώφλι, όταν στέκεται κανείς σιωπηλός, αν ακούσει προσεκτικά, θα νιώσει τη μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού, θα δει το σκοινί με το κλειδί να ταλαντεύεται ελαφρά στη μέση της Άβελ Μαρίας, θα αφουγκραστεί τη σοφία των γυναικών που δεν έγραψαν βιβλία αλλά έγραψαν κόσμο.
Γιατί, στου τεμελιού τη σκιά, δεν μεγάλωσαν μόνο σπίτια. Μεγάλωσαν άνθρωποι.