Στο Καφενείο του Αδάμ ,στο Μαυρονέρι. Το Ουζάκι της Μνήμης .
Το απομεσήμερο έπεφτε ήσυχα στη μικρή γειτονιά και το καφενείο του Αδάμ ήταν όπως πάντα το καταφύγιο των παλιών. Το τσίγκινο τασάκι γέμιζε αργά, το ουζάκι έλαμπε στο ποτήρι κι ο μεζές μοσχοβόλαγε σαρδέλα και ρίγανη. Γύρω από το μεγάλο τραπέζι, είχαν μαζευτεί οι γνώριμοι. Οι φίλοι. Οι ξεριζωμένοι.Εκεί, γύρω από τα ξύλινα τραπέζια με τα καρώ τραπεζομάντιλα, μαζεύτηκαν οι παλιοί. Δεν χρειάστηκαν πολλά. Ένα ουζάκι, λίγος μεζές και μια κουβέντα που ξεκίνησε απ’ το τίποτα κι έφτασε στο τότε, το μακρινό. Οι χωριανοί είχαν ξανασυναντηθεί εδώ. Στο καφενείο του Αδάμ .Τα ποτήρια γέμιζαν και άδειαζαν, κι ο Νικόλας σταμάτησε για μια στιγμή να κοιτάξει τον ουρανό μέσα από τα παράθυρα του καφενείου. Σαν να έψαχνε ανάμεσα στις αναμνήσεις του κάτι που είχε ξεχαστεί.
«Ξέρετε, παιδάδες,» άρχισε ο Νικόλας χαμηλά, αφήνοντας το βάρος των χρόνων να βαρύνει τα λόγια του, «δεν ήταν πάντα μόνο γέλια και μεθυσμένα βράδια. Ήταν και πίκρα, πίκρα που έφυγε σαν το καυτό ψωμί από το φούρνο του πατέρα μου.»Ο Νικόλας, ο πατέρας του Άβελ, έγειρε πίσω, τσούγκρισε το ποτήρι του με τον απέναντι και είπε σιγανά:
«Στο Ερτζιγκιάν, στην Αργυρούπολη, είχαμε φούρνο. Ψωμί ζεστό μοίραζε ο πατέρας μου. Ολόκληρη γειτονιά μυρωδιά και φωνές…»«Θυμάσαι, βρε Περικλή ;» είπε ο Νικόλας, σκουπίζοντας το στόμα του με την ανάστροφη του χεριού του. «Ζυμώναμε χαράματα. Ο πατέρας έλεγε: ‘Το ψωμί θέλει αγάπη, όχι βιασύνη.’»
Ο Περικλής ο Παπαδόπουλος ,ο αδελφός του Νικόλα , γέλασε, με ένα γελάκι που έκρυβε νοσταλγία.
“Είχαμε και πανηγύρια”.
Ο Περικλής χαμογέλασε και πήρε τη σκυτάλη:
«Στο Χάσκιοϊ, στ’ Αρνταχάν, θυμάστε τα πανηγύρια; Κλαρίνα και τύμπανα, ως το ξημέρωμα… Και τα χρώματα στις φορεσιές των γυναικών…» «Άσε μας ρε Περικλή, ακόμα την Ανθούλα θυμάσαι;» πετάχτηκε ο Ιωαννίδης ο Χρήστος .
«Εγώ να σας πω για το Ταντουρλούχ στο Ερζερούμ . Βουνά μέχρι τον ουρανό. Χάναμε τις φωνές μας απ’ τις ανηφοριές, αλλά το βράδυ, μπαίναμε στα καλύβια κι έπαιζε ο παππούς τη λύρα του.»
Ο Ιάκωβος ο Καρακίδης δεν κρατήθηκε:
«Εμείς στο Σουμπατάν είχαμε βουνά. Όχι σαν τα δικά σας. Άγρια, βουβά, με δέντρα που ψιθύριζαν παλιές ιστορίες το βράδυ.»
Ο Θανάσης, δίπλα τους, έγειρε προς τον Γεράσιμο Ασλιχανίδη και τον Νίκο τον Βενιζέλο:
«Στον Αη-Γιάννη, στη Νίβαινα , είχαμε τα παρχάρια. Καλοκαίρια ολόκληρα πάνω στη ράχη, με τα κοπάδια και τα τραγούδια. »
Ο Γεράσιμος και ο Νικόλας ο Θεοδωρίδης γνωστός και ως Βενιζέλος , αναστέναξαν ταυτόχρονα.
«Στο Χαλίφογλου του Καρς… Θυμάσαι, ρε Νίκο; Το χιόνι έπεφτε σαν σιωπή. Και το σπίτι μοσχομύριζε , γιατί η μάνα έφτιαχνε τσουρέκια μες το καταχείμωνο.»
Μαζί τους ο Ξενίδης ο Σάββας ο ζουρνατζής και ο Φιλάρετος ο Αρτζανίδης . Ήσυχα πρόσωπα, που άκουγαν πιο πολύ απ’ ό,τι μιλούσαν. Κι όμως, τα μάτια τους έλεγαν ιστορίες.
«Κι εμείς στο Ολιέγκ …» είπε ήρεμα ο Συμεών ο Φελεκίδης «Το χιόνι έφτανε ως το παράθυρο. Αλλά μέσα ήταν ζεστά. Η μάνα έβαζε στα κάρβουνα μήλα, κι όλο το σπίτι μύριζε ! “
Μια στιγμή, η σιωπή , γέμισε το τραπέζι. Ο Αδάμ , που γέμιζε τα ποτήρια, κοίταξε αχνά προς τον Νικόλα. «Πες μας τι συνέβη, Νικόλα. Μοιράσου μαζί μας εκείνα τα παλιά…»
Ο Νικόλας παίρνει μια βαθιά ανάσα και συνεχίζει:
«Ήμουν μόνος όταν ο πατέρας ήρθε και μου είπε ότι πρέπει να φύγουμε. Το σπίτι στο Ερτζιγκιάν γέμιζε ακόμη φωνές και γέλια, αλλά ξαφνικά, το ψωμί στα τραπέζια έγινε μόνο μια ανάμνηση του χαμένου παρελθόντος. Εκείνος ο φούρνος, ήταν το σύμβολο της οικογένειάς μας. Κάθε πρωί, με τη βροχή ή τον ήλιο, θα βρισκόμασταν όλοι στο μικρό μας τραπέζι και θα μοιραζόμασταν τα όνειρα και τις ελπίδες μας… Όμως, ένα πρωινό, όλα άλλαξαν.»
Ο Περικλής έγειρε το κεφάλι του και είπε ο ίδιος : ” Ένα πρωινό , η μητέρα μου ,που πάντα μας είχε δείξει πώς να ζούμε με τιμή, φεύγει για πάντα, άφηνοντας πίσω της μόνο τη σκληρή ανάμνηση της”.
Τα βλέμματα κυλούσαν μεταξύ τους. Ο Αυγητής ο Κεσίδης , με μια φωνή γεμάτη συμπόνια, είπε: «Ο καθένας μας έχει τη δική του μέρα πένθους, Νικόλα ” . Τα ουζάκια σήμερα κάνουν και τον πόνο να γίνεται ανάμνηση, όχι μόνο σε χαμόγελο.
Οι λέξεις του Αυγητή , έδωσαν στο καφενείο μια νότα νοσταλγίας και αλήθειας. Μέσα από τον αργό ρυθμό των λέξεων , μέσα από τα δάκρυα που φανέρωναν τα χαραγμένα πρόσωπα, ξαναβρέθηκαν όλα τα κομμάτια της ζωής τους. Κάθε ιστορία, κάθε ανάμνηση, ήταν ένας θησαυρός, ακόμα κι αν είχε πικρή γεύση.
«Μην ξεχνάμε ποιοι είμαστε,» είπε τελικά ο Νικόλας, κοιτάζοντας τρυφερά τον αδελφό του , τον Περικλή και τους φίλους του.
Κάθε ψωμί που ψηνόταν, κάθε ουζάκι που σερβιριζόταν εκεί ήταν και δώρο ζωής . Έτσι το τιμούσαν μαζί σήμερα, μιλώντας, ακούγοντας και ζώντας ξανά τα όνειρά τους.
Ο διάλογος συνεχίστηκε με μικρές ερωτήσεις και απαντήσεις, με γέλια και δάκρυα που δεν μπορούσαν να κρυφτούν. Ο κάθε ένας ανακάλυπτε την δική του μοναδική ιστορία μέσα σε αυτήν την μεγάλη οικογένεια που σχηματίστηκε στο καφενείο του Αδάμ , εκεί όπου το παρελθόν και το παρόν σμίγουν για λίγη ώρα, στη μέση της ζωής.
Ο Αδάμ , γέμιζε τα ποτήρια με μια αθόρυβη φροντίδα. Άφηνε δίπλα φρέσκο ψωμί, τυρί παλιό και ελιές σπασμένες. Δεν τους διέκοπτε. Ήξερε πως το ουζάκι τους δεν ήταν μονάχα για να ξεχάσουν. Ήταν για να θυμηθούν. Κι οι μνήμες τους κυλούσαν σαν ποτάμι.Ο Αδάμ πέρασε ανάμεσά τους, γέμισε τα ποτήρια.
«Άντε, στην υγειά μας. Και στη μνήμη όσων δεν είναι πια εδώ.»
«Να ζήσουμε να τους θυμόμαστε», είπε ο Περικλής, κι ύψωσε το ποτήρι του .
Κι έτσι, ανάμεσα σε τσούγκρισμα ποτηριών, μυρωδιές και μνήμες, το καφενείο έγινε πατρίδα για λίγο. Ή, καλύτερα, έγινε γέφυρα για να γυρίσουν πίσω εκεί που άφησαν την καρδιά τους.