Ταξίδι Μνήμης στα Χωριά των Προγόνων.
Δεν ήμουν ακόμη γεννημένη όταν άρχισαν να χάνονται τα ονόματα. Τα χωριά, οι πλαγιές, τα ποτάμια, όλα όσα οι παππούδες έλεγαν με φωνή τρεμάμενη μπροστά στο τζάκι , άρχισαν σιγά σιγά να σβήνουν. Το Χάσκιοϊ έγινε σκιά. Το Χαλίφογλου μια ηχώ. Το Κιουλαμπέρτ, το Ζιάκ, το Σουρμπασάν ,τόποι γραμμένοι βαθειά στον χάρτη της ψυχής μας.
Οι παλιοί ήρθαν στην Ελλάδα με μια εικόνα στην ποδιά, λίγο χώμα στα παπούτσια και τη γλώσσα τους να μη χωράει στις καινούριες λέξεις. Ρίζωσαν. Πόνεσαν. Δεν ξέχασαν.
Κι εγώ, χρόνια μετά, ένιωσα μια ανάγκη σχεδόν φυσική. Να επιστρέψω στα μέρη που δεν έζησα, μα που με ζουν. Να περάσω από το Αρνταχάν και το Καρς, από τα χωριά της Τσάλκας στη Γεωργία, το Κιαρέγκ, το Σιπέκ, τη Γιαϊλά. Να αφουγκραστώ τα χωράφια, να ψιθυρίσω τα ονόματα μπροστά στα ερείπια, να πω «ήρθα».
Το αεροπλάνο χαμήλωσε πάνω από τις κορυφές του Καυκάσου, εκεί που τα σύννεφα μοιάζουν με στάχτη ανακατεμένη με φως. Η καρδιά μου χτυπούσε παράξενα ,όχι από προσμονή, αλλά από μια βαθιά, πρωτόγνωρη ανατριχίλα. Ερχόμουν όχι ως τουρίστας, μα σαν προσκυνητής. Ερχόμουν να δω τη γη που γεννήθηκε η ρίζα μας .
Χάσκιοϊ. Το είπαν οι παππούδες σαν ψίθυρο στα χειμωνιάτικα βράδια, όταν έβγαινε η μνήμη απ’ το σεντούκι και καθόταν μαζί μας στο χαμηλό τραπέζι. «Εκεί ήμασταν πριν τη θύελλα… με τα άλογα, με το χιόνι, με τα μήλα τα κόκκινα, με τα τραγούδια…». Τώρα στεκόμουν στην άκρη του χωριού, μα δεν ήξερα αν πατούσα στο χώμα που είχαν σκάψει τα χέρια τους ή αν όλα είχαν αλλάξει.
Χαλίφογλου. Ανάμεσα σε λόφους και καπνούς, με τα σπίτια πέτρινα, χαμηλά και το χώμα βαρύ, σχεδόν λυπημένο. Ρώτησα έναν γεροντότερο κι εκείνος με κοίταξε σιωπηλά. «Ήταν Έλληνες εδώ κάποτε;» του είπα. «Ήταν» απάντησε και δεν είπε τίποτα άλλο. Κι όμως, εκείνη η μία λέξη ακούστηκε σαν τραγούδι λησμονημένο
Σουμπατάν. Το λέγαν οι γιαγιάδες σαν κάτι ιερό. Εκεί ζύμωναν τα ψωμιά, έραβαν την προίκα. Εκεί κρύψανε εικόνες και σταυρούς κάτω από το χώμα όταν φάνηκαν οι καβαλάρηδες. Εγώ, με τα σύγχρονα παπούτσια μου και τη μηχανή στο χέρι, έσκυψα κι άγγιξα ένα πετραδάκι. Ήταν ψυχρό και βουβό. Μα ποιος ξέρει… ίσως να ‘χε πέσει από κάποιο παλιό κατώφλι. Ίσως να θυμόταν.
Ένα ταξίδι μνήμης δεν έχει τουριστικό πρόγραμμα. Είναι το αίνιγμα που σου αφήνουν οι παππούδες κι εσύ το ψάχνεις μια ζωή. Είναι να περπατάς σε χωράφια και να βλέπεις χορτάρια να σαλεύουν σαν πρόσωπα, να ακούς τον άνεμο και να σου φαίνεται πως λέει ονόματα. Μαρία . Στυλιανός. Ελένη.
Δεν βρήκα τα σπίτια τους. Δεν είδα τις αυλές. Μα βρήκα κάτι πολύτιμο, εκείνη τη βαθιά, σχεδόν ιερή αίσθηση ότι ανήκω ,ακόμα κι εδώ, ακόμα και μετά από τόσους ξεριζωμούς.
Και τότε κατάλαβα. Οι ρίζες δεν μένουν στο χώμα. Ζουν στις καρδιές που θυμούνται.
Απ’ το Χάσκιοϊ και το Σουμπατάν τραβήξαμε πιο πέρα, βαθύτερα στα βουνά και τις χαράδρες του Καυκάσου. Στην παλιά γη του Αρνταχάν και του Καρς, που την ένιωθες όχι σαν πατρίδα, μα σαν μυστικό. Όλα εκεί είχαν κάτι από ψίθυρο και προσευχή. Οι πέτρες κουβαλούσαν βήματα και τα νερά που κυλούσαν στα ρυάκια ήταν σαν δάκρυα που δεν στέγνωσαν ποτέ.
Στο Ολιέγκ , τη Χελεγή όπως την έλεγαν οι δικοί μας , περπάτησα σε σοκάκια χαμηλά. Μια γριά με μαντίλα καθόταν στην αυλή και με κοίταξε βαθιά, σαν να με περίμενε. Δεν της μίλησα. Δεν χρειάστηκε. Είχε δει στα μάτια μου όλους αυτούς που χάθηκαν.
Στο Κιουλαμπέρτ, ο άνεμος κατέβαινε απ’ τις κορφές δυνατός, λες και σήκωνε μαζί του τα τραγούδια που κάποτε τραγουδούσαν οι γυναίκες στα αλώνια. Εκεί θυμήθηκα το όνομα της Μαρίας , της μάνας του παππού μου, που έλεγε πάντα πως το χώμα του Καυκάσου δεν ξεχνά ποτέ.
Ζιάκ, Σουρμπασάν… Τα ονόματα ήρθαν όπως έρχονται τα κύματα, το ένα πίσω απ’ το άλλο. Μερικά χωριά δεν υπάρχουν πια. Όμως εμείς τα φέρνουμε ακόμα ,στις φωτογραφίες, στις λέξεις. Και αυτά είναι αρκετά για να τους ξαναδώσουμε φωνή.
Περάσαμε τη γραμμή. Πήγαμε στη Γεωργία, στη χώρα όπου κατέφυγαν τόσοι Πόντιοι από τις φωτιές και τους διωγμούς. Εκεί, στο Κιαρέγκ, περπάτησα πάνω σε ένα χωράφι χωρίς δέντρα, μόνο ουρανό και γη. Στην άκρη του χωριού υπήρχε ένα ξύλινο σταυρουδάκι. Πάνω του έγραφε ένα όνομα .
Στο Σιπέκ τα σπίτια είχαν πέσει, αλλά η γη ήταν ακόμα ζεστή. Μια γυναίκα μου έδειξε ένα μέρος όπου, λέει, υπήρχε μια εκκλησία. «Γκρέμισαν την πέτρινη», μου είπε, «αλλά να, οι παλιοί έρχονται και θυμούνται».
Και στη Γιαϊλά , ανέπνευσα αλλιώς. Εκεί ο αέρας είχε κάτι από λιβάνι και θύμηση. Εκεί ένιωσα πως δεν ταξίδευα πια μόνο για μένα. Ταξίδευα και για όλους αυτούς που δεν πρόλαβαν να επιστρέψουν. Που πέθαναν με την εικόνα του χωριού τους στο νου .
Και κατάλαβα. Δεν ήρθα να βρω τους προγόνους μου. Ήρθα για να τους φέρω πίσω.
Να τους περπατήσω ξανά στους δρόμους τους. Να σηκώσω τα ξεχασμένα τους ονόματα σαν σημαία. Και να πω.
Ήρθαμε. Δεν σας ξεχάσαμε. Επιστρέψαμε.
Όταν γύρισα, δεν ήμουν πια η ίδια . Είχα φύγει με ερωτήματα κι επέστρεψα με πολλές απαντήσεις .
Περπάτησα ξανά τα σοκάκια του χωριού μας στο Μαυρονέρι ,εδώ που ρίζωσαν οι ξεριζωμένοι. Στο Μαυρονέρι ,σε αυλές που μοσχοβολούν ακόμα βασιλικό φλαμούρι .
Κοίταξα τα παλιά σπίτια με τις χαμηλές σκεπές και τις ξύλινες αυλόπορτες .Εδώ μέσα μεγάλωσαν παππούδες, γιαγιάδες, μάνες και πατέρες, μα στην ψυχή τους κρατούσαν πάντα το Κιαρέγκ, το Σουμπατάν, το Χάσκιοϊ , το Ερτζιγκιάν , τη Χελεγή. Εδώ έστησαν τις νέες τους ρίζες, μα πάντα γύριζαν μυστικά στις παλιές με τη σκέψη.
Η γιαγιά μου, όταν έψηνε ψωμί, έλεγε: «Έτσι το φτιάχναμε εκεί πάνω, στον Καύκασο…» Και ποτέ δεν έλεγε το όνομα του χωριού. Ήταν σαν να το φύλαγε στο στόμα της όπως φυλάς ένα φυλαχτό. Τώρα όμως το ξέρω. Ήταν το Σιπέκ. Ήταν το Ζιάκ. Ήταν τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ κι εγώ τα μάζεψα ένα ένα, σαν ψίχουλα .
Είχα πάρει μαζί μου λίγη γη από το Χάσκιοϊ. Μια χούφτα μόνο. Την έριξα κάτω από τη ρίζα μιας ελιάς που φύτεψα στην αυλή του πατρικού. Έτσι ενώθηκαν οι δύο πατρίδες. Η παλιά κι η καινούργια.
Δεν ξέρω αν εκείνοι, οι παλιοί, με είδαν. Μα αν με είδαν, ελπίζω να χαμογέλασαν. Γιατί γύρισα γι’ αυτούς. Και θα ξαναπάω ,όχι για να θυμηθώ, μα για να θυμίσω.
Ότι υπήρξαν. Ότι αγαπήθηκαν. Ότι διώχτηκαν, μα δεν ξεχάστηκαν.
Και πως, όσο υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν τις μνήμες, καμία προσφυγιά δεν είναι χαμός. Είναι μετάβαση. Είναι συνέχεια. Είναι μια πατρίδα διπλή.
Όταν επέστρεψα από το ταξίδι, δεν είχα πια ερωτήματα. Είχα εικόνες, φωνές και δάκρυα. Είχα την αίσθηση ότι περπάτησα πλάι στον παππού, στη γιαγιά, σε όσους έφτασαν στην Ελλάδα κουβαλώντας μνήμες αντί για αποσκευές.
Οι τόποι του Καυκάσου και της Τσάλκας δεν χάθηκαν. Ζουν στις γειτονιές, στα φαγητά των γιορτών, στις ιστορίες που λέμε πριν κοιμηθούμε. Ζουν όταν λέμε «ο παππούς μου ήταν από το Σουμπατάν», όταν φυτεύουμε ένα δέντρο και του δίνουμε όνομα.
Δεν είναι παρελθόν αυτοί οι τόποι. Είναι μνήμη. Και όσο τους θυμόμαστε, όσο γράφουμε γι’ αυτούς, όσο ταξιδεύουμε με την καρδιά, τόσο δεν χάνονται. Γίνονται γέφυρα. Και κάθε λέξη, κάθε ανάγνωση, είναι ένα βήμα επιστροφής.