Τα Αμπέλια του Μαυρονερίου
Στην άκρη του χωριού προς το χωριό Αποστολάρ, τα αμπέλια ήταν ολόκληρη ζωή για τους παππούδες μας. Απλωμένα με σειρές από κλήματα ,τα αμπέλια έσμιγαν σαν ζωγραφιά στον ορίζοντα και ήταν γεμάτα υπόσχεση. Το καλοκαίρι, τα φύλλα έλαμπαν στο φως του ήλιου, ενώ τα σταφύλια ωρίμαζαν, βαριά και ζουμερά, έτοιμα να χαρίσουν το δώρο τους. Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό έφεραν μαζί τους όχι μόνο τον πόνο της ξενιτιάς αλλά και την αγάπη τους για τη γη και την καλλιέργεια. Έφτιαξαν τα δικά τους “Αμπέλια” όπως τα έλεγαν, θυμίζοντας τους τόπους που άφησαν πίσω. Τα άγρια χέρσα χωράφια έδωσαν την θέση τους σε αμπέλια φροντισμένα με μεράκι και υπομονή κι ανάμεσά τους αγριοαχλαδιές, συκιές και αμυγδαλιές .
Οι παππούδες ξεκινούσαν νωρίς το πρωί. Άλλοι με τα πόδια και το καλάθι στο χέρι τους και άλλοι με τα κάρα, φορτωμένα με εργαλεία και μεσημεριανό φαγητό. Τα άλογα ή τα μουλάρια έσερναν το κάρο αργά, με ήρεμα βήματα, καθώς ο δρόμος ήταν γεμάτος σκόνη και πέτρες. Ο αέρας ήταν γεμάτος από μυρωδιές, φρεσκοσκαμμένη γη, ώριμα σταφύλια και το άρωμα από τα θυμάρια και τα άγρια λουλούδια που φύτρωναν ανάμεσα στα κλήματα. Οι νέες του χωριού ,παρέες -παρέες ξεκινούσαν με τα πόδια , γεμάτες ζωντάνια και ενέργεια, σχημάτιζαν μικρά καραβάνια με τα καλάθια στους ώμους. Ξεκινούσαν νωρίς το πρωί, με το δροσερό αεράκι να τους συνοδεύει και τα βήματά τους γεμάτα ανυπομονησία. Έσκυβαν πάνω από τα κλήματα με προσοχή, γεμίζοντας τα καλάθια τους με τον πολύτιμο καρπό. Ήταν η Μάρω και η Πίτσα του Σόμκα , η Μάρω του Φίλου , η Κλάρα του Τοντόρ , η Στέλλα του Τσιρτσίρ , η Μαίρη του Πεταλωτή, η Στέλλα του Ανδρεανίδη, η Δόμνα του Πεταλωτή, η Γιαννούλα του Δάμου, η Χρυσούλα του Τριαντάφυλλου , η Μαρίκα του Τερζή, η Δήμητρα του Καρακίδη . Το τραγούδι τους ακουγόταν από μακριά, μια μελωδία που ανέβαινε μαζί με τον ήλιο και γέμιζε το χωριό με ζωντάνια .
Στην επιστροφή, τα καλάθια γεμάτα σταφύλια ανέβαιναν ξανά στους ώμους, αλλά η κούραση χανόταν μέσα στη συντροφικότητα. Το τραγούδι ξεκινούσε ξανά και όταν έφταναν πίσω στο χωριό, τα πρόσωπά τους έλαμπαν από ιδρώτα και ικανοποίηση.
Στα αμπέλια, οι παππούδες δούλευαν με υπομονή και μεράκι. Τα χέρια τους τραχιά, με δάχτυλα που ήξεραν πώς να χειριστούν το κλαδευτήρι και το ψαλίδι για τα σταφύλια. Η δουλειά ήταν κοπιαστική, μα η συντροφικότητα τους κρατούσε ζωντανούς .
Όταν ο ήλιος έγερνε, το κάρο γέμιζε με καλάθια γεμάτα σταφύλια. Στον γυρισμό τα κάρα προχωρούσαν αργά πίσω στο χωριό. Οι παππούδες ήξεραν πως η σοδειά τους δεν ήταν μόνο καρπός της γης αλλά και καρπός του κόπου και της αγάπης τους για τη ζωή.
Τώρα, τα αμπέλια που κάποτε έσφυζαν από ζωή και φωνές έχουν σιωπήσει. Οι σειρές από κλήματα, που άλλοτε έγερναν βαριά από τα σταφύλια, έχουν παραδοθεί στη λησμονιά. Αγριόχορτα και βάτα έχουν πάρει τη θέση τους, σαν να θέλει η φύση να κρύψει τις μνήμες μιας άλλης εποχής. Οι αγριοαχλαδιές, οι συκιές και οι αμυγδαλιές στέκουν ακόμα, αλλά τα κλαδιά τους μοιάζουν κουρασμένα, σαν να γέρνουν από τη θλίψη της εγκατάλειψης.
Κανείς δεν νοιάστηκε να συνεχίσει το έργο των παππούδων, που με κόπο και ιδρώτα είχαν ζωντανέψει τη γη. Τα κάρα, τα τραγούδια και οι παρέες με τα καλάθια στον ώμο είναι πια μονάχα μνήμες που ξεθωριάζουν. Η παράδοση χάθηκε, κι αυτό που κάποτε ήταν πηγή ζωής και χαράς έγινε σιωπηλός μάρτυρας της αλλαγής των καιρών.