Τα Δάκρυα του Καυκάσου
Στο μικρό Σουπατάν του Καρς του Καυκάσου, όπου οι λόφοι αγκαλιάζουν τον ουρανό και τα ποτάμια τραγουδούν ψιθυριστά, ζούσε η Παρθένα Καλτσίδου η κόρη του Συμεών και της Θεοδώρας . Η ομορφιά της ήταν σαν πρωινή δροσιά, απαλή, φωτεινή και αληθινή. Κάθε της βήμα γέμιζε το χωριό φως και όλοι ψιθύριζαν για την χάρη της .
Μια μέρα, σε πανηγύρι γεμάτο μουσικές και χορούς, τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. Ήταν ένας Αρμένιος, που ο έρωτας για την Παρθένα φούντωσε . Την πήρε μαζί του στο δικό του χωριό και εκεί η ζωή τους άνθισε με παιδιά, γέλια και μικρές χαρές που μοιάζουν με μαγικές στιγμές.
Όμως τα χρόνια πέρασαν και σκοτεινά σύννεφα πολέμου άρχισαν να πνίγουν τον Καύκασο. Τα αδέλφια της, ο Ιωσήφ και ο Θωμάς (ο Τόμο), ήρθαν παρακαλώντας της να φύγει μαζί τους, να σωθεί, να ακολουθήσει την ελπίδα στην Ελλάδα.
Η καρδιά της Παρθένας έσπασε στη σκέψη του αποχωρισμού. Τα δάκρυά της έπεφταν σαν μικρές πηγές που τρέχουν ασταμάτητα. «Δεν μπορώ…» ψιθύρισε. «Δεν μπορώ να αφήσω την οικογένειά μου… Δεν μπορώ να αφήσω τα παιδιά μου.»
Οι τρεις τους αγκαλιάστηκαν σφιχτά και τα δάκρυα έγιναν ένα ποτάμι που ένωνε τις ψυχές τους σε μια τελευταία στιγμή. Όταν ο Ιωσήφ και ο Τόμο έφτασαν στο Μαυρονέρι, η Παρθένα έμενε ζωντανή στις κουβέντες τους, στις σιωπές τους, σε κάθε ανάμνηση της παιδικής τους γης. Μια αδελφή που η καρδιά τους κράτησε πάντα, ακόμα κι αν ποτέ δεν ξαναείδαν τα μάτια της.
Η Παρθένα, με την καρδιά της γεμάτη αγάπη και νοσταλγία, έμεινε στον Καύκασο, ανάμεσα στα βουνά και τα ποτάμια, σαν μια ψυχή που ποτέ δεν ξεχνάει τις ρίζες της. Και έτσι η ιστορία της έγινε τραγούδι που ψιθύριζε ο άνεμος στους λόφους, αιώνιο μνημόσυνο της αγάπης, της οικογένειας και του αβάσταχτου αποχωρισμού.