Τα Κουσκούρια .
Η φτώχεια και η ανέχεια είναι δάσκαλοι σκληροί αλλά δάσκαλοι σοφοί. Σε αναγκάζουν να γίνεις εφευρετικός , να βρίσκεις λύσεις εκεί που φαίνεται να μην υπάρχουν . Στο Μαυρονέρι οι άνθρωποι δεν είχαν την πολυτέλεια της αφθονίας. Τα δέντρα ήταν λίγα , οι θάμνοι ακόμα λιγότεροι και η καύσιμη ύλη για την θέρμανση και το μαγείρεμα ήταν είδος πολύτιμο . Μα οι νοικοκυρές του χωριού δεν το έβαζαν κάτω . Είχαν φέρει μαζί τους από τις Πατρίδες τους την τέχνη της επιβίωσης και μαζί της την τέχνη των κουσκουριών .
Από τις Πατρίδες τους ακόμη είχαν τρόπους να αντιμετωπίζουν την ανέχειά τους και μπορούσαν να παράγουν οι ίδιοι καύσιμη ύλη. Τα λεγόμενα κουσκούρια ήταν μια αυτοσχέδια καύσιμη ύλη που χρησιμοποιούσαν για τα τζάκια τους και τις σόμπες . Ακούγεται ίσως παράξενο σήμερα ,αλλά τότε ήταν μια από τις πιο σημαντικές εφευρέσεις της καθημερινότητας.
Οι σόμπες στο Μαυρονέρι ήταν συνήθως στρογγυλές , ψηλές με λαμαρίνα ή μαντέμι και έπαιρναν πολλά κουσκούρια μέσα . Όταν άναβαν με δύναμη οι λαμαρίνες της σόμπας κοκκίνιζαν και εξέπεμπαν μιά γλυκιά ζέστη . Η σόμπα στο Μαυρονέρι ήταν το κέντρο του σπιτιού , η καρδιά του . Εκεί πάνω στην σόμπα έφτιαχναν τα φαγητά τους . ‘Εβραζαν την φασολάδα , τις φακές , τον τσορβά , το κρέας , το γάλα και “κολλούσαν” το γιαούρτι . Εκεί πάνω τηγάνιζαν τα πιροσκί και τα πισία και έψηναν τα ” πίτι πατία” τα καλαμπόκια που έσκαζαν στο τηγάνι και γίνονταν ένα ωραίο μικρογεύμα .Πόσοι θυμόμαστε τον ήχο από το σκάσιμο του καλαμποκιού και πόσο περιμέναμε να γεμίσει το πιάτο με αυτές τις εκλεκτές νιφάδες .
Μπροστά στην σόμπα με τα κουσκούρια ζέσταιναν το σώμα και τις καρδιές τους . Εκεί γύρω από αυτήν έγιναν τα καλύτερα νυχτέρια με τις ιστορίες από την Πατρίδα .
Η παρασκευή των κουσκουριών ήταν δύσκολη εργασία και δεν απαιτούσε ιδιαίτερη τέχνη . Αν έτρεχες πίσω από τις αγελάδες με έναν ντενεκέ και ένα σκουπάκι τότε ήσουν τυχερός να μαζέψεις τις κοπριές και να φτιάξεις κουσκούρια . Όταν οι αγελαδάρηδες του χωριού πήγαιναν τις αγελάδες στον τόπο που λέγεται Ζωοδόχος Πηγή εκεί έβρισκες κοπριές, αφού έμεναν για ώρες και είχαν άφθονη παραγωγή . Έτσι οι γυναίκες πήγαιναν και μάζευαν τις κοπριές και αφού τις ανακάτευαν με άχυρο τις άπλωναν και τις αράδιαζαν σε έναν χώρο σαν σε αλώνι ,σαν ένα μεγάλο χωμάτινο χαλί . Αφού τις έστρωναν, τις άφηναν να στεγνώσουν . Τότε τις έκοβαν σε τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα και τις πήγαιναν στο σπίτι τους, όπου τις αποθήκευαν σε υπόστεγα . Τις κοπριές από τον στάβλο τις επεξεργάζονταν και τις κολλούσαν και στον τοίχο της αυλής μέχρι να ξεραθούν. Γι’ αυτό εξασφάλιζαν την καύσιμη ύλη για τον χειμώνα και για μαγείρεμα το καλοκαίρι .
Τα κουσκούρια ήταν η απόδειξη της ευρηματικότητας , της αυτάρκειας και της αντοχής των ανθρώπων. Δεν πήγαινε χαμένο τίποτα . Το άχυρο από τα χωράφια , οι κοπριές από τα ζώα ,ακόμα και ο τοίχος της αποθήκης όλα είχαν την χρηστικότητά τους . Σε έναν κόσμο που όλα ήταν λιγοστά , κάθε τι αποκτούσε αξία .
Η ιστορία των κουσκουριών είναι η ιστορία των ανθρώπων που δεν λύγιζαν μπροστά στην φτώχεια .Η ιστορία των γυναικών που ήξεραν να βρίσκουν λύσεις και να κρατούν το σπίτι τους ζεστό και το τραπέζι τους γεμάτο .
Δεν πήγαινε χαμένο τίποτε και είχαν από πάντα αυτήν την ευρηματικότητα Και αν ρωτήσει κάποιος τι είναι τα κουσκούρια ,θα του πούμε πως είναι μια απόδειξη πως, όταν θες , μπορείς. Σήμερα που έχουμε τα πάντα και νιώθουμε ότι μας λείπουν τα πάντα , ίσως πρέπει να θυμηθούμε τις νοικοκυρές του Μαυρονερίου.
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
Έτσι 2024