Τα Μαξιλάρια της Γιαγιάς Μαρίας στο Μαυρονέρι  

Τα Μαξιλάρια της Γιαγιάς Μαρίας στο Μαυρονέρι  

Η γιαγιά Μαρία Γαβρά, με τα μάτια γεμάτα σοφία  ήρθε νύφη στο Χάσκιοϊ , από το Σιντισκόμ του Καρς, του μακρινού Καυκάσου. Μιλούσε την ποντιακή όπως την έμαθε από την κούνια, με τις λέξεις να κυλούν σαν καθαρό ρυάκι. 

 Μα βρέθηκε σε ένα χωριό όπου η γλώσσα έμοιαζε ξένη. Οι  κάτοικοι μιλούσαν την ουρούμικη, μια διάλεκτο της τούρκικης, που ήχησε παράξενα στ’ αυτιά της. Εκεί, στο Χάσκιοϊ, άκουσε για πρώτη φορά την ουρούμικη διάλεκτο, μια γλώσσα που της φάνηκε ξένη, αλλά που έμαθε να την αγαπά γιατί της θύμιζε πως οι άνθρωποι μπορούν να συνεννοούνται με την καρδιά τους, όσο διαφορετικά κι αν μιλούν. 

Η γιαγιά Μαρία δεν ήξερε τότε πως το σπίτι που έφτιαχνε με τόσο κόπο θα το άφηνε πίσω της. Μα όταν ήρθε η ώρα να φύγουν , φόρεσε τα μαύρα και πήρε μονάχα όσα χωρούσε στην ψυχή της, τα μαξιλάρια της και τις πετσέτες της, κεντημένα με το μονόγραμμά της, «Μ.Γ.», δικά της για πάντα. 

Πρόσφυγας πια, βρέθηκε στο Μαυρονέρι του Κιλκίς, κουβαλώντας όλη της την ιστορία μέσα σε ένα μπόγο. Στο νέο τόπο, με τον πόνο του ξεριζωμού ακόμα νωπό, έστρωσε πάλι τα μαξιλάρια της, να θυμίζουν πως η αγάπη κι η ρίζα δεν ξεριζώνονται ποτέ. Εκεί, στο Μαυρονέρι, έστησε ξανά το σπιτικό της. Οι λέξεις μπορεί να άλλαζαν, μα το όνομα «Μαρία Γαβρά» κεντημένο στις πετσέτες και στα μαξιλάρια της έμενε το ίδιο. Ένα σημάδι πως η γιαγιά είχε πάντα τη δική της πατρίδα, εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι της. 

 Ήταν εκείνα τα μαξιλάρια,  δικά της, φτιαγμένα με το χέρι, κεντημένα με τα αρχικά της: «Μ.Γ.»  Μαρία Γαβρά  

Τα είχε φτιάξει όταν ήταν κοπέλα, τότε που η ζωή μετρούσε την προκοπή μιας γυναίκας με το πόσο όμορφα στόλιζε την προίκα της. Οι πετσέτες, τα σεντόνια, τα τραπεζομάντιλα ,  όλα να φέρουν το μονόγραμμά της, το δικό της σημάδι. Ένα κέντημα που έλεγε: «Εδώ έβαλα την καρδιά μου. Εδώ αρχίζει το σπιτικό μου». 

 Τώρα πια, τα μαξιλάρια εκείνα βρίσκονται στα χέρια της εγγονής της, της Κυριακής . Σαν θησαυρός πολύτιμος, σαν άγγιγμα τρυφερό, τα κρατά για να θυμάται την ιστορία της γιαγιάς , πως ήρθε από μακριά, πως ένωσε δυο κόσμους και πως το όνομα που έγραψε με τις βελονιές της δεν θα σβήσει ποτέ. Γιατί κάθε φορά που τα αγγίζει, ακούει ξανά την ποντιακή της γιαγιάς Μαρία, να της λέει: «Κορίτσι μου, να θυμάσαι… η ρίζα μας είναι πιο βαθιά απ’ τον τόπο». 

Τα μαξιλάρια, λευκά σαν το φως του ήλιου το πρωί, κουβαλούσαν τη μυρωδιά από το γιασεμί που φύτρωνε στην αυλή της γιαγιάς. Κάθε βελονιά κι ένας ψίθυρος ,πότε γεμάτος ελπίδα, πότε μελαγχολικός,  για τους κόπους, τα όνειρα, τις χαρές και τις πίκρες της ζωής της. Ήταν κομμάτι της ψυχής της, μιας ψυχής που δεν λύγιζε, όσα χρόνια κι αν περνούσαν. 

Όταν η γιαγιά έφυγε, τα μαξιλάρια έμειναν πίσω, μαζί με τις πετσέτες της που έφεραν το ίδιο μονόγραμμα. Τα κράτησε η εγγονή της, η Κυριακή , σαν φυλαχτό. Τα άγγιζε κάθε φορά που ήθελε να νιώσει κοντά της. Τα τοποθέτησε προσεκτικά στο σεντούκι, ανάμεσα σε λεβάντες και παλιές φωτογραφίες, για να τα προστατεύσει απ’ το πέρασμα του χρόνου. 

Κι έτσι, η ιστορία της γιαγιάς Μαρίας ζει ακόμα , στις βελονιές που δεν σβήνουν, στα αρχικά που μιλούν για εκείνη, σε κάθε μαξιλάρι που θυμίζει πως κάποτε, μια νέα κοπέλα έραβε με το όνομά της όνειρα και μνήμες. 

 Και η εγγονή της τα τιμά, σαν φλόγα που δε σβήνει, κρατώντας ζωντανή την κληρονομιά της. Γιατί ένιωθε τη φωνή της γιαγιάς να την νανουρίζει στα ποντιακά, να της θυμίζει πως όσο υπάρχουν αυτά τα μαξιλάρια, δεν χάνεται τίποτα. Γιατί σε κάθε κέντημα ήταν ραμμένη η ίδια η ψυχή της γιαγιάς Μαρίας, που ένωσε δυο κόσμους κι έμεινε αθάνατη στις αναμνήσεις. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή