Τα μπακάλικα στο Μαυρονέρι .
Τα μπακάλικα σε κάθε χωριό αποτελούσαν την ραχοκοκαλιά του λιανικού εμπορίου για πολλές δεκαετίες . Μικρά μαγαζιά με ξύλινες πόρτες και ταμπέλες ξεθωριασμένες, που μέσα του χτυπούσε η καρδιά του χωριού .
Έχοντας πολλές ανάγκες οι χωριανοί και για την άμεση εξυπηρέτησή τους σε είδη πρώτης ανάγκης δημιουργήθηκαν τα μπακάλικα .
Αυτά ήταν μαγαζιά με πολλά ράφια και πάνω τους ήταν τα προϊόντα που πουλούσαν καθώς διέθεταν όλα τα αγαθά που χρειαζόταν το νοικοκυριό. Από αλλαντικά , όσπρια έως είδη καθαριότητας και καύσιμα .
Έτσι οι νοικοκυρές πήγαιναν στον μπακάλη για να προμηθευτούν τα όσπρια , τα ρύζια, την ζάχαρη ,τις ελιές , τις κονσέρβες αργότερα , τις αλμυρές σαρδέλες και τις ρέγγες. Σε τσουβάλια μέσα ήταν τα όσπρια και το ρύζι . Οι καραμέλες, τα μαντζούνια , οι φλόκες ήταν σε διάφανες σακούλες στοιβαγμένες στα ράφια .
Σε ένα ράφι ήταν οι ασπιρίνες , οι καλμαλίνες , τα έμπλαστρα . Τα τσιγάρα τότε πωλούνταν χύμα . Η παλιά ζυγαριά ήταν στον πάγκο και ζύγιζε πολλές φορές κλείνοντας το μάτι στον μπακάλη . Δίπλα ήταν το μπακαλοτέφτερο που είχε γραμμένο σχεδόν όλο το χωριό γιατί οι καιροί τότε ήταν δύσκολοι . Υπήρχε ανέχεια και πληρώνανε όταν είχαν πουλήσει την σοδειά τους ή τα ζώα τους ! Το πρόχειρο μολύβι στο αυτί του μπακάλη σημείωνε τα βερεσέδια .” Γράφτο Ιωσήφ ” ,έλεγαν κι εκείνος έσκυβε και σημείωνε.
Μπακάλικο με την έννοια του καιρού εκείνου είχαν στο χωριό ο Γαβριηλίδης ο Τριαντάφυλλος και αργότερα το 1947 ο Χρυσοστομίδης Ιωσήφ με την γυναίκα του την ‘Αφρω και ο Πανούλης Κεσίδης με την γυναίκα του την Νάστα.
Οι μπακάληδες τον χωριού μας ήξεραν να αγοράζουν και να πουλάνε. Βρισκόταν πάντα ένα βήμα μπροστά γνωρίζοντας τα πάντα . Όλη την ημέρα ήταν στο μαγαζί τους και εξυπηρετούσαν όλους . Πάντα έφερναν τα καλούδια από την πόλη και τα ξεφόρτωναν στο μαγαζί τους . Έτσι κάτι καινούργιο και απαραίτητο έμπαινε στην ζωή του χωριού . Ο μπακάλης ήταν και καφετζής και λογιστής και φαρμακοποιός και ειδησεογράφος και πάνω απ’ όλα αφηγητής . Αυτό το ταπεινό μαγαζάκι λειτουργούσε και σαν κέντρο ψυχαγωγίας .
Θυμόμαστε στο μπακάλικο του Ιωσήφ το καμινέτο σε μια γωνιά με τα καφεκούτια και το μπρίκι . Ο Ιωσήφ έφτιαχνε καφέ και μεζέδες για το ούζο . Εκεί εξατμιζόταν λύπες και στενοχώριες και η καθημερινή κούραση .
Εδώ ερχόταν οι χωριανοί να πιούν το ουζάκι τους και να πούνε τις κουβέντες τους. Το μπακάλικο του Ιωσήφ έγινε στον πάνω μαχαλά, καθώς εκεί βρίσκονταν η Αστυνομία και η Κοινότητα . Το μπακάλικο δηλαδή ήταν και μεζεδοπωλείο που σέρβιρε λιχουδιές με το ούζο .Δεν είχαν βοηθό μπακαλόγατο “Ζήκο” αλλά η εξυπηρέτηση ήταν πολύ καλή και γρήγορη .
Αργότερα στου Ιωσήφ είχε και το τηλεφωνικό κέντρο του χωριού και εκεί εξυπηρετούνταν όλες οι τηλεφωνικές επικοινωνίες των χωριανών .
Στου Πανούλη υπήρχε και αποθήκη ανταλλακτικών των τρακτέρ και αργότερα των αυτοκινήτων . Κι εδώ οι φίλοι του Πανούλη απολάμβαναν τον καφέ από τα χέρια της Νάστας .
Τα βερεσέδια δεν έλειπαν και κάποια ήταν και ξεχασμένα . Όταν έκλεισαν τα μαγαζιά αυτά έκλεισαν και τα μπακαλοτέφτερα με τα λησμονημένα βερεσέδια .
Πέρασαν τα χρόνια και χάθηκαν και οι απαραίτητοι άνθρωποι – επαγγελματίες του χωριού .
Η ορμητική είσοδος των νεότερων μπακάλικων τύπου «σούπερ μάρκετ», σάρωσε στην κυριολεξία αυτόν τον αλλοτινό κόσμο .
Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου
Έτος 2024