Τα Ντουσέκια και τα Γιοργάνια στο Μαυρονέρι .
Στην καρδιά του χειμώνα, στο μικρό χωριό Μαυρονέρι, υπήρχε μια ξεχωριστή μαγεία τις κρύες νύχτες . Εκεί το στρώμα σου δεν ήταν για να κοιμηθείς ,αλλά για να βυθιστείς μέσα σε έναν κόσμο ζεστασιάς και μνήμης , που θύμιζε τα παλιά χρόνια.
Πόσο μεγάλη απόλαυση τις κρύες νύχτες του χειμώνα στο χωριό μας Μαυρονέρι να κοιμάσαι σε ένα αφράτο στρώμα, που το έλεγαν ντουσσέκκ, από μαλλί , να είσαι σκεπασμένος με το γιοργάνν, το πάπλωμα που έφτιαχναν οι γιαγιάδες μας στο Μαυρονέρι και το κεφάλι σου να βυθίζεται σε ένα αφράτο μαξιλάρι, που το έλεγαν “γιαστούχ” .
Όλη η τέχνη της κατασκευής των στρωμάτων , τών κλινοσκεπασμάτων και των μαξιλαριών πέρασε από γενιά σε γενιά . Οι γιαγιάδες μας έμαθαν την τέχνη από τις δικές τους μανάδες στην Πατρίδα και οι μαμάδες μας από τις γιαγιάδες μας . Έτσι η παράδοση αυτή της κατασκευής των παπλωμάτων ήρθε από τις γνώσεις που είχαν στις μακρινές τους πατρίδες .
Οι Μαυρονεριώτισσες γιαγιάδες γνώριζαν την τέχνη της επεξεργασίας του μαλλιού . Πολλά σπιτικά είχαν πρόβατα και έτσι η παραγωγή μαλλιού στο Μαυρονέρι ήταν μεγάλη . Τα γιοργάνια , τα στρώματα και τα μαξιλάρια περιείχαν μόνο μαλλιά προβάτων . Τα μάλλινα παπλώματα είχαν την ιδιότητα να απορροφούν και να απελευθερώνουν γρήγορα την υγρασία του σώματος εξασφαλίζοντας έναν ευχάριστο και υγιή ύπνο .
Όταν κούρευαν τα πρόβατα κρατούσαν τα μαλλιά και ξεχώριζαν τα άσπρα . Μαύρο μαλλί δεν χρησιμοποιούσαν για την κατασκευή των παπλωμάτων και των μαξιλαριών. Με τα μαύρα μαλλιά έφτιαχναν κάλτσες, τα τσοράπια . Αφού έπλεναν τα μαλλιά στην βρύση του χωριού τα άπλωναν για να στεγνώσουν . Τα έπλεναν με σαπούνι και σόδα για να λάμψουν. Μετά το στέγνωμα γινόταν το ξάσιμο . Έπαιρναν τούφες – τούφες και τα έτριβαν αναμεταξύ τους . Έτσι έβγαιναν τα σωματίδια από άχρηστα υλικά και έμενε το μαλλί . Μετά το άπλωναν σε ένα τσιμεντένιο πάτωμα και αφού το ράντιζαν με νερό το κτυπούσαν με μια ξύλινη βέργα , το τσουμπούχ . Το μαλλί όπως ήταν νωπό κτυπώντάς το αραίωνε και αφράτευε , γινόταν “γιουμουσάχ ” δηλαδή αφράτο .
Αυτό γινόταν πολλές φορές και απαιτούσε δύναμη και χρόνο . Με μια ξυλόβεργα το έστρωναν μέσα στο σεντόνι ,το μυτίλ, να είναι ομοιόμορφο . Μετά το περνούσαν στο σεντόνι για πάπλωμα ή για στρώμα ή για μαξιλάρι .Το ύφασμα ήταν κάμποτο ή άλλο σκληρό βαμβακερό που δεν άφηνε να βγαίνουν οι τρίχες του μαλλιού . Σεντόνιαζαν δηλαδή περνούσαν σεντόνι από πάνω και έκαναν σχέδια με μιά μεγάλη σακοράφα το μαχτόρ και χοντρή κλωστή . Αυτό γινόταν για νά κρατάει σταθερό το μαλλί . Από πάνω έβαζαν σατέν ύφασμα που το κεντούσαν .Το σατέν πάπλωμα κοσμούσε συνήθως τις γιουκιές τις νύφης για την προίκα . Περίοπτη θέση στην προίκα είχε το σατέν πάπλωμα με χρώμα σιέλ ή ροζ ή μπορντό και το σεντόνι ήταν με κοφτό κέντημα . Τα χρώματα μαρτυρούσαν την τέχνη , αλλά και την προσδοκία για ένα μέλλον γεμάτο αγάπη .
Η γιουκιά ήταν η στήλη με τα στρωσίδια – προικιά της νύφης και στηνόταν πάνω στο μπαούλο . Εκεί τακτοποιούσαν τα παπλώματα και τα στρωσίδια οι νοικοκυρές μας . Όλες οι Μαυρονεριώτισσες γνώριζαν την τέχνη της κατασκευής αυτών και περιποιούνταν τα νοικοκυριά τους .
Όταν λερωνόταν το πάπλωμα και έχανε την αφρατάδα του τότε το χαλούσαν , ξήλωναν το σεντόνι και το έφτιαχναν από την αρχή με την ίδια διαδικασία . Ήταν πολύ κουραστική αυτή η δουλειά και μαζεύονταν δύο- τρεις γειτόνισσες και βοηθούσαν . Έτσι έκαναν το έργο αυτό λιγότερο επίπονο και πιο γιορτινό .
Μετά από χρόνια αντί να σεντονιάζουν το πάπλωμα έφτιαχναν θήκες το περνούσαν μέσα και έτσι το προστάτευαν . Με τόση πολλή κούραση και υπομονή φτιάχνονταν τα γιοργάνια που εμείς κοιμόμασταν και απολαμβάναμε ξεκούραστο και υγιή ύπνο .
Οι παπλωματάδες δεν ήρθαν στο Μαυρονέρι , αφού την τέχνη αυτήν την κατείχαν οι Μαυρονεριώτισσες που παρέμειναν πίστες στις παραδόσεις τους και έκαναν τη ζωή στο χωριό πιο ζεστή .
Στην προίκα μας είχαμε όλες οι νέες τότε αυτά τα δημιουργήματα μιας προηγούμενης εποχής που με τον χρόνο δυστυχώς τα εγκαταλείψαμε .
Για εμάς που μεγαλώσαμε δίπλα τους , τα παπλώματα και τα στρώματα από μαλλί είναι σύμβολα της απλότητας και της ομορφιάς μιας εποχής και της κληρονομιάς που οι γιαγιάδες μας πέρασαν με αγάπη και κόπο . Έτσι μας θυμίζουν ότι η πραγματική άνεση δεν βρίσκεται στην πολυτέλεια , αλλά στην απλότητα του καθημερινού αγώνα και στην παράδοση που περνάει από γενιά σε γενιά.
Πρεσβευτές μνήμης κάποια παπλώματα σε σπίτια των γιαγιάδων ίσως στο Μαυρονέρι που απέμειναν για να μάς κάνουν να νοσταλγούμε τις παλιές εκείνες εποχές που χουχουλιάζαμε μέσα στην αφρατάδα και στην ζέστη τους !