Τα Παιδιά της Νέας Γης 

Τα Παιδιά της Νέας Γης 

Τα παιδιά του Μαυρονερίου  μεγάλωναν με τις ιστορίες των παππούδων τους. Η φωνή της γιαγιάς Ταμάρας  γέμιζε το μικρό σπίτι με εικόνες από τον μακρινό Καύκασο , τα λουλούδια που δεν άνθισαν ποτέ ξανά, τα σπίτια που έμειναν πίσω, οι φίλοι που χάθηκαν στο δρόμο. Η γιαγιά μιλούσε για τα φαγητά, για τα κεντήματα και τα προικιά.  

“Εδώ ,παιδί μου “μου είπε μια μέρα ο παππούς Νικόλας ,” δεν ήταν πάντα δικό μας το χώμα. Το πατήσαμε ξυπόλητοι, με τα πόδια ματωμένα από τον δρόμο που αφήσαμε πίσω. Δεν μας περίμενε κανείς. Ούτε σπίτια, ούτε ψωμί. Μόνο το χώμα . Κι όμως. Το σκάψαμε ,το ποτίσαμε με ιδρώτα, του δώσαμε την ψυχή μας  και μας δέχτηκε. ”  Έκανε μια παύση και συνέχισε.  

“Χτίσαμε με πλιθιά και με υπομονή. Ό,τι  χάσαμε το ξαναφτιάξαμε εδώ. Η νέα γη μας πόνεσε, αλλά έγινε η μάνα μας. Κι εμείς ριζώσαμε.”  

Τα παιδιά, μαζί με τις ιστορίες, κληρονόμησαν και τα σπασμένα κομμάτια εκείνης της παλιάς γης, θρύλους, τραγούδια, γεύσεις, μυρωδιές, που γίνονταν η γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. 

Στα σχολεία, στις γειτονιές, τα παιδιά έπαιζαν ανάμεσα στα δέντρα και τα λιβάδια που είχαν φυτρώσει στη νέα τους πατρίδα. Όμως μέσα τους έκρυβαν ένα βαθύ σιωπηλό βλέμμα, σαν να ήξεραν πως εκεί που πατούσαν ήταν χώμα που είχε δακρύσει από ξεριζωμό. 

Έτσι, το παρελθόν ζούσε μέσα από τα μάτια και τις καρδιές τους και το μέλλον τους γινόταν υπόσχεση ότι αυτή η ιστορία δεν θα χαθεί ποτέ, όσο ακόμα μιλούν οι μνήμες τους. 

Σε κάθε γωνιά του Μαυρονερίου, η ιστορία των μακρινών πατρίδων  ψιθύριζε στα αυτιά όσων ήθελαν να ακούσουν. 

Στα μάτια των παιδιών του Μαυρονερίου, ο Πόντος, ο  Καύκασος, η Τσάλκα, η Ανατολική Θράκη ήταν μια μακρινή γη, γεμάτη φως και ήχους που δεν είχαν ζήσει, μα ένιωθαν σαν να ανήκαν σε εκείνα. 

Κάθε φορά που οι παππούδες τους μιλούσαν, τα όνειρα ταξίδευαν πέρα από τα σύνορα, πέρα από τις θάλασσες και τα βουνά. 

Ήταν όνειρα για γαλήνη, για δουλειά στα χωράφια χωρίς φόβο, για παιδικά γέλια στις αυλές των σπιτιών, για μια ζωή που δεν κόπηκε βίαια. 

Κι έτσι, κάθε νέος που μεγάλωνε στην αγκαλιά της παλιάς πατρίδας, κρατούσε μέσα του τη φλόγα της ελπίδας. 

Μια φλόγα που άναβε δρόμους, που έφτιαχνε γέφυρες, που υποσχόταν πως, όποια και αν είναι η μοίρα, το μέλλον μπορεί να γεννηθεί μέσα από τις στάχτες. 

Ήταν η φωνή των προγόνων που δεν λύγισαν, των ανθρώπων που παρά την απώλεια, κράτησαν ζωντανή τη μνήμη. 

Τα σπίτια, τα τραπέζια, οι αυλές, ήταν γεμάτα ιστορίες.  Ιστορίες για το χωράφι που ποτέ δεν ξαναφύτεψαν, για τον ήλιο που ανέτειλε πάνω από ξένα χωράφια , για τα τραγούδια που μάτωναν τις καρδιές. 

Κάθε λέξη που μεταφερόταν από στόμα σε στόμα ήταν ένας ύμνος στην αντοχή, ένα όρκο πως η πατρίδα δεν πεθαίνει όσο τη θυμόμαστε. 

Και η μνήμη αυτή, παρά τις πληγές, γινόταν η ρίζα που κρατούσε σφιχτά τους ζωντανούς στον τόπο τους. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή