Τα Παλιά Σπίτια Μιλούν 

Τα Παλιά Σπίτια Μιλούν 

Κάθε χωριό κρύβει τη δική του ψυχή μέσα στα κτίσματά του. Όχι μόνο στα καλοδιατηρημένα σπίτια, αλλά κυρίως σε εκείνα τα φθαρμένα, τα γκρεμισμένα, που κρατούν ακόμα τη μνήμη σαν δαντελωτό κουρέλι κρεμασμένο στο παραθύρι. 

Στο Μαυρονέρι, τα παλιά σπίτια δεν είναι απλώς τοίχοι και σκεπές. Είναι άνθρωποι που πέρασαν, φωνές που αντήχησαν, μπαχτσέδες που μοσχοβολούσαν, χαμόγελα, στεναγμοί και ιστορίες που δεν γράφτηκαν, αλλά έμειναν χαραγμένες στο χώμα, στην πέτρα, στην καρδιά όσων θυμούνται. 

Το πέρασμα του χρόνου, οι σεισμοί, τα μηχανήματα, οι σιωπές , όλα άφησαν τα ίχνη τους. Μα οι αναμνήσεις αντιστέκονται. Γι’ αυτό και σήμερα, ας γυρίσουμε πίσω. Ας περπατήσουμε ξανά στους δρόμους του χωριού, όπως ήταν κάποτε. Ας ακούσουμε τα σπίτια που έχουν ακόμη να μας πουν.  

 Τα παλιά κτίσματα στο Μαυρονέρι που άντεξαν πολλά χρόνια και μετά κατεδαφίστηκαν ήταν  το μαγαζί του Ιωσήφ με τα μεγάλα του παράθυρα, που άφηναν το φως να μπαίνει άπλετο και να φωτίζει εμπορεύματα και ψιθύρους. Κι ύστερα, στο στενό του καφενείου της Φρίντας, ένα διώροφο σπίτι με πέτρινα σκαλιά. Στη γωνία στεκόταν το σπίτι του Αναστάση Βασιλειάδη.  Στον ίδιο δρόμο   το πατρικό των Χρυσοστομίδηδων ,του Νικόλα, του Αγάπη και του Ιωσήφ κι από την άλλη μεριά ήταν τα δύο μικρά σπίτια του Εποικισμού του Ασλιχανίδη Γεράσιμου και του Αναστασιάδη Μιχάλη με τα μικρά μπαλκόνια τους.  

Πιο κάτω ήταν το σπίτι του Λευτέρη Κεσίδη  του Παντίκ και του Λάζαρου του Φελεκίδη . 

Στον  κεντρικό δρόμο, προς το σχολείο ήταν το σπίτι του Αζαρία Χρυσοστομίδη. Εκεί, έζησε κι ο Δόκτωρ Εφέντης, ο πρακτικός κτηνίατρος του χωριού, που με μια ματιά θεράπευε ζώα και ανθρώπινες ανησυχίες. Πιο πέρα  το παλιό σπίτι του Βασίλη Τριανταφυλλίδη με τη Μαρία. Κι όταν περνούσες τον δρόμο, το σπίτι του Εποικισμού του Θεόδωρου Θεοδωρίδη και της Χριστίνας, που τραυματίστηκε στον σεισμό του ’78 και κατεδαφίστηκε . Μετά, ένα παλιό γκρεμισμένο σπίτι, χαλάσματα και σιωπές. Παραδίπλα, το σπιτάκι του Θεοδωρίκα Αντωνιάδη , βαμμένο με όλα τα χρώματα, κι ο μπαχτσές του, γεμάτος λουλούδια και δέντρα, ένας μικρός παράδεισος φτιαγμένος με μεράκι . Στη γωνία των Παπαδόπουλων ήταν ένα κουζινάκι με πέτρινα πλαϊνά , εκεί που κάθονταν οι γιαγιάδες. Σε ένα οικόπεδο στη σειρά έστεκαν τα χαλάσματα του σπιτιού και του φούρνου του Άντρου Ανδρεανίδη .  

Κι ύστερα πιο κάτω, στη γωνία ήταν  το σπίτι της Αγγέλης Γρηγοριάδου μέσα σε δέντρα πολλά. Και στη γωνία με παράθυρο στο δρόμο ήταν το σπίτι  του Σπυρίδη Θωμά . Κάπου εκεί και το σπίτι του Σάββα Ιωαννίδη. Αρκετά πιο πέρα, έξω από το χωριό σχεδόν, προς το ρέμα, το σπιτάκι του Ιγνατιάδη Κυριάκου ,του Φονιάζου. 

Πιο έξω ήταν το σπίτι του Αδάμ Σαββίδη ,όπου είχε ένα μεγάλο πηγάδι .  Γυρνάμε προς τα πάνω. Δίπλα στου Μήτσου Παπαδόπουλου,  το παλιό σπίτι του Ισάκ Χρυσοστομίδη και ο φούρνος της γυναίκας του, της Χαρίκλης Στεκόταν για χρόνια το σπίτι της Χαρίκλης και του Ισάκ . Ένα από εκείνα τα σπίτια με τις σκεπές με τις λαμαρίνες και τις μικρές ξύλινες προσθήκες που έκαναν τον χώρο πιο ζεστό, πιο “δικό τους”. Η Ευτυχία, γυναίκα αεικίνητη , κρατούσε τον φούρνο στο πίσω μέρος της αυλής. Ένα φουρνάκι παλιό, χτισμένο με κόπο από τον Ισάκ και τον αδελφό του. Εκεί έψηνε για όλη τη γειτονιά. Ψωμιά με προζύμι, κουλούρες του Πάσχα, τα χριστουγεννιάτικα «χριστόψωμα». Όσοι δεν είχαν δικό τους φούρνο, πήγαιναν τις λαμαρίνες τους με το φαγητό ,τα ψώνια και τα κουλούρια. Το σπίτι αυτό γκρεμίστηκε πριν χρόνια. Μπήκαν μηχανήματα, γέμισε σκόνη ο δρόμος. Σήμερα δεν θυμίζει τίποτα από τη ζεστασιά που σκόρπιζε. Μα όσοι πρόλαβαν τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού και το χαμόγελο της Χαρίκλης με το ρούχο της λευκό από το αλεύρι, ξέρουν πως εκεί υπήρξε ζωή. Μνήμη. Ρίζα. Απέναντι, δίπλα στην αποθήκη της Ένωσης, το σπίτι του Αναστασιάδη Κώτσου και πλάι του το σπίτι του Ελέπη.  

Ας θυμηθούμε και το σπίτι του Ελέπη, Αλέξιου  Φιλιππίδη με την Ευγενία , έτσι όπως έστεκε ανάμεσα στα χρόνια και τα χαλάσματα. Στην κάτω γωνιά του χωριού, εκεί που το χώμα γινόταν πάντα πιο μαλακό μετά τη βροχή και τα χορτάρια φύτρωναν ψηλά, σχεδόν μέχρι τα παραθυρόφυλλα. Σπίτι προσφυγικό κι αυτό , μα εκείνο είχε σταθεί πιο πολύ απέναντι στον χρόνο , όχι γιατί άντεχε, αλλά γιατί δεν έφευγε. Έμενε εκεί, μισογκρεμισμένο, σαν να περίμενε κάποιον. Το σπίτι έστεκε γκρεμισμένο για πολλά χρόνια. Ήταν σχεδόν θλιβερό, και όμως, εκείνο το χαλάρωμα της μνήμης γύρω του, έμοιαζε με δάκρυ που δεν ξεραίνεται. Όσοι περνούσαν, δεν γύριζαν το βλέμμα τους αλλού. Έμεναν λίγο. Σαν να χαιρετούσαν ακόμα τους ιδιοκτήτες του . 

 Κι απέναντι από την εκκλησία, στεκόταν το σιδεράδικο του Γιώργου Παπαδόπουλου. Με τον ήχο του μετάλλου να αντηχεί στους τοίχους . Σπινθήρες, ιδρώτας και καρφιά , εκεί γεννιούνταν εργαλεία, μα και μικρές ιστορίες της καθημερινότητας, ανάμεσα σε χαιρετούρες και γνώσεις παλιές, περασμένες από χέρι σε χέρι. Στον κάτω μαχαλά, χωμένο στη στροφή, υπήρχε ένα μικρό μαγαζάκι ,της Καλυψώς. Μετρημένα πράγματα στα ράφια, μα με περίσσεια φιλοξενία στο βλέμμα. Κι ήταν κι εκείνο το καφενείο του Γιαγκούλη. Παλιά, έδινε ζωή , έφτανε να περάσεις απ’ έξω και σ’ έπιανε η μυρωδιά του ελληνικού, ο θόρυβος από το τάβλι, τα νέα της ημέρας που αλλάζανε χέρια μαζί με τα ζάρια. Σήμερα; Γκρεμίστηκε. Κι έμεινε μόνο ένα κενό οικόπεδο ,μα όχι άδειο. Το γεμίζει η μνήμη, το βάρος της σιωπής, οι καρέκλες που λείπουν.  

Κάθε σπίτι που χάθηκε, άφησε πίσω του μια απουσία, όχι μόνο υλική, αλλά βαθιά ανθρώπινη. Μα όταν θυμόμαστε, όταν διηγούμαστε, τότε κάτι από εκείνη την παρουσία ξαναγυρίζει. Το φως που έμπαινε από τα παράθυρα του Ιωσήφ, η μυρωδιά από τον φούρνο της Χαρίκλης, ο ήχος του σιδεράδικου, οι καρέκλες του καφενείου , όλα ζωντανεύουν. 

Τα παλιά σπίτια του Μαυρονερίου δεν υπάρχουν πια στο μάτι. Υπάρχουν όμως στη μνήμη, και η μνήμη έχει θεμέλια πιο γερά από το μπετόν. 

Μένουν εκεί, όχι για να μας λυπούν, αλλά για να μας διδάσκουν τι σημαίνει ρίζα, τι σημαίνει κοινότητα, τι σημαίνει «ήμουν κι εγώ εδώ». 

Γιατί όσο υπάρχουν στόματα να διηγούνται και καρδιές να νοσταλγούν, τα παλιά σπίτια θα συνεχίσουν να μιλούν. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή