Τα Σπίτια που Άντεξαν στο Μαυρονέρι
Υπάρχουν χωριά που γίνονται σιωπηλοί χάρτες του χρόνου. Και υπάρχουν σπίτια που, ενώ δεν λένε πολλά, κουβαλούν περισσότερα απ’ όσα θυμούνται οι άνθρωποι. Σπίτια που άντεξαν όχι μόνο τη φθορά, αλλά και την ερήμωση, την αλλαγή, τη λήθη. Στο Μαυρονέρι, σ’ αυτόν τον τόπο με ρίζες βαθιές στην προσφυγιά και στη γη, κάποια σπίτια παραμένουν. Όχι μόνο όρθια. Αλλά ζωντανά. Παράθυρα που βλέπουν πίσω. Τοίχοι που μιλούν χαμηλόφωνα για τους ανθρώπους τους.
Αυτό το χρονικό είναι μια προσωπική απογραφή. Όχι κτιριακή, αλλά ανθρώπινη. Μια αναφορά σε όσα σώθηκαν και άρα, σε όσους έζησαν μέσα τους.
Στην άκρη του Πάνω Μαχαλά, εκεί όπου το χωριό ξεδιπλώνεται αθόρυβα μέσα στη μνήμη, στέκει ακόμη το σπίτι του Σόμκα Θεοδωρίδη. Εκεί μεγάλωσε με τους γονείς του, κι έζησε με τη γυναίκα του τη Σοφία. Το σπίτι, πάντα ανοιχτό στον ήλιο, μύριζε ψωμί και καλοκαίρι.
Λίγο πιο κάτω, σχεδόν αθόρυβο, σαν σεμνή υπόμνηση εποχής αλλοτινής, βρίσκεται το κουζινάκι του Θεόφιλου Κεσίδη. Μικρό, χαμηλό, λιτό ,σαν να μην το άγγιξε ο χρόνος.
Καθώς κατεβαίνει κανείς τον μαχαλά, ξεπροβάλλει το σπίτι του Εποικισμού του Σόλων Καλτσίδη. Ατόφιο, σαν να ξεπήδησε από περασμένη δεκαετία. Το κουρείο του, γεμάτο φροντίδα και στοργή από τον Βαγγέλη και την Ειρήνη, μοσχοβολάει ακόμη σαπούνι και παλιά κολόνια. Πιο εκεί το σπίτι του Λάζαρου Κεσίδη στέκει ακόμη, παρόλο που η σκεπή του έχει καταρρεύσει. Οι τοίχοι του κρατούν γερά σαν να μη θέλουν να ξεχαστεί ο Λάζαρος Κεσίδης και το θεμέλιο της ζωής του είναι ακόμα εκεί.
Λίγο πιο πέρα, μικρές αποθήκες και κουζινάκια του Ιορδάνη Χρυσοστομίδη. Μετά, το μικρό σπιτάκι του Λάζαρου Παπαδόπουλου και της Ταμάρας, που διατηρεί ακόμη την παλιά του αρχιτεκτονική.
Απέναντι , το σπίτι του Τριαντάφυλλου Τερζή και της Ευτυχίας. Και στην αυλή των Παπαδόπουλων, του Χάμπου και του Κώστα, το μικρό σπίτι του Κώστα στέκει ακόμα περήφανο. Έγιναν παρεμβάσεις, ναι, μα με σεβασμό στην ψυχή του.
Πιο κάτω, το σπίτι του Άβελ και της Μαιρούλας Παπαδοπούλου. Ανακαινισμένο με προσοχή, βασισμένο στα γερά θεμέλια του 1922.
Λίγο πιο κάτω το σπίτι και η αποθήκη στο οικόπεδο του Γιάννη Ιωαννίδη,θυμίζει την ζωή που ζούσαν οι γονείς του .
Κατεβαίνοντας αρκετά , το μικρό οίκημα της Λεμόνας. Υπάρχει ακόμα, μικρό και αθόρυβο, το ψιλικατζίδικο-περίπτερο της Λεμόνας, σαν να αντιστέκεται στο πέρασμα του χρόνου.
Στον κεντρικό δρόμο, βγαίνοντας από το χωριό ,το μικρό κουκλόσπιτο της Αλεξάνδρας και του Τέλη στέκει σε πείσμα του χρόνου.
Απέναντι , το παλιό σπίτι του Ιορδάνη Χασεκίδη με την Αλεξάνδρα. Και στο βάθος, της Πινίκας, το σπίτι της οικογένειας Σπυρίδη. Στο οικόπεδο του Παπαδόπουλου Κωνσταντίνου ,του κλητήρα, διατηρείται ακόμα σε καλή κατάσταση ένα ακόμα μικρό σπίτι .
Στη γωνία ήταν κάποτε το καφενείο του Γιαγκούλη. Δεν άντεξε. Κατεδαφίστηκε, παραδομένο στον χρόνο. Εκεί έστεκε το μαγαζί… της μνήμης.
Ας στραφούμε πάλι ανατολικά. Το σπίτι του Ανανικίδη Σόλων με τη Μόρφω στέκει ακόμη. Δίπλα του, τα απομεινάρια από το παλιό σπίτι. Εκεί και το διώροφο του Παπαδόπουλου Κώστα, του Κότου ,διατηρεί ακόμα το αρχιτεκτονικό του σχέδιο, παρά τις ανακαινίσεις. Στην ίδια αυλή, ζει ακόμη και μια αποθήκη , κομμάτι από το παλιό σπίτι. Όπως και στην αυλή του Μήτσου Παπαδόπουλου – δωμάτια και κουζινάκι που κρατούν το παρελθόν.
Στην πίσω πλευρά, το σπίτι του Ιάκωβου Ανδρεανίδη αντιστέκεται ακόμα στη φθορά. Το βλέπεις και νιώθεις πως το στηρίζουν οι μνήμες περισσότερο απ’ ό,τι οι πέτρες.
Και έξω , από το χωριό προς τον δρόμο για το Αποστολάρ βρίσκεται το μικρό σπίτι της Τσόφας Κεσίδου που στέκει ακόμα έξω από το χωριό, μοναχικό και περήφανο. Χτισμένο με πέτρα και ιδρώτα, άντεξε χρόνια και ανέμους, κουβαλώντας στις ρωγμές του τις φωνές, τις μυρωδιές και τις σιωπές μιας άλλης εποχής. Εκεί άναβε η σόμπα τον χειμώνα και την γειτόνευαν οι φίλες της . Κι αν δεν βγαίνει πια καπνός από την καμινάδα, η ψυχή της γιαγιάς φαίνεται να φυλάει ακόμα το κατώφλι , μια άυλη παρουσία, που κρατά ζωντανή τη μνήμη.
Τα θυμάμαι όλα αυτά. Και κάθε φορά που τα θυμάμαι, συγκινούμαι. Μέσα σ’ αυτά τα σπίτια, που κάποτε έμοιαζαν με παλάτια στα μάτια των φτωχών, έζησαν άνθρωποι. Οι περισσότεροι οικισμοί του Εποικισμού έχουν χαθεί, γκρεμίστηκαν για να χτιστούν πιο σύγχρονα σπίτια. Ωραία, άνετα, μα… χωρίς τη φωνή των παλιών.
Όμως αυτά τα λίγα ,όσα παρέμειναν, όσα θυμάμαι, κι όσα αντιστέκονται ακόμη, είναι το Μαυρονέρι που επιμένει. Το Μαυρονέρι του 2025, που κρατά με πείσμα τα τελευταία του αποτυπώματα.