Τα Σπιτάκια του Εποικισμού στο Μαυρονέρι  

Τα Σπιτάκια του Εποικισμού στο Μαυρονέρι  

 Όταν ήρθαν από τις μακρινές Πατρίδες τους στην θέση Κάρα Μπουνάρ βρήκαν χτισμένα σπίτια που έμεναν οι Τούρκοι . Κουφάρια άψυχα ήταν που σύντομα γέμισαν με ζωή .Εκεί εγκαταστάθηκαν κάποιοι  πρόσφυγες . 

 Σε αυτά τα  σπίτια κατοίκησαν ο Γεωργιάδης ο Γιάννης ο Κιοσσές με το διώροφο σπίτι   . Σε αυτό το σπίτι συγκατοίκησε μαζί τους  για λίγο καιρό και η οικογένεια της αδελφής του Χρυσοστομίδη Λάμπη , η Μερτζάν Καρυπίδου .  

Άλλο τουρκικό  σπίτι που βρισκόταν πίσω από του Στέφου Παπαδόπουλου ήταν του Αδάμ Σαββίδη . Επίσης του Αντίκα Αντωνιάδη , του Αλέξη Ιγνατιάδη θείου της Λεμόνας  , του Τριαντάφυλλου Γαβριηλίδη, του Σαΐν Σαχινίδη( ήταν εκεί που είναι του Σαχινίδη του Πέπη , στον πάνω μαχαλά του χωριού ). 

 Σε τουρκικό σπίτι κατοίκησε και ο παπά – Λεφίδης με την οικογένειά του όταν ήρθε από την Πατρίδα του , πρόσφυγας κι αυτός από την Βιζύη .Το σπίτι ήταν πίσω από του Βένου Θεοδωρίδη .Του Πέπη Αμπαρτζίδη, του Τεκτονίδη Στύλου , της Σεμερτζίδου της Λεμόνας , του Καρακίδη του Κωνσταντίνου , του Πεταλωτή Κώστα  και του αδελφού του  Πεταλωτή  Απόστολου ήταν  τουρκικά  σπίτια .Επίσης διώροφο τουρκικό ήταν του Τριανταφυλλίδη Ανέστη του Βασίλη  στον κάτω μαχαλά .Του Παναγιωτίδη Χρήστου ήταν  τούρκικο διώροφο . Εκεί  τότε έμεινε στο μισό σπίτι  και η οικογένεια  του Μανασή Θεμιστοκλή και αργότερα το αγόρασε ο Παναγιωτίδης Αβραάμ , ο μπαμπάς τού Παναγιωτίδη Χρήστου.  

Τα τούρκικα  σπίτια είχαν τα βυζαντινά κεραμίδια που ήταν στρογγυλά και λανθασμένα αποκαλούνταν τουρκικά . Επίσης είχαν λίγα σκαλοπάτια στην είσοδο .Αυτά τα σπίτια φιλοξένησαν οικογένειες και μοιράστηκαν χώρους ,σκοπούς ,ακόμα και όνειρα.  

 Εν έτει 2024 δεν υπάρχει κανένα τουρκικό σπίτι . Όλα έχουν κατεδαφιστεί από χρόνια . 

Όμως η ανάγκη για στέγη δεν σταματούσε εδώ .   Κοντά σε αυτά τα  σπίτια , η Γενική Διεύθυνση Εποικισμού Μακεδονίας έχτισε νέα ,  τα  λεγόμενα “σπίτια του Εποικισμού” για να στεγάσει τους  πρόσφυγες,  που  βρέθηκαν στην μητέρα Πατρίδα μετά τον Ξεριζωμό. 

Τέτοια σπίτια συναντά κανείς στο Μαυρονέρι . 

Αυτά τα μικρά σπιτάκια στέγασαν τις  φτωχές οικογένειες των προσφύγων παππούδων μας .  Χτίστηκαν από τους  μάστορες μεγάλης κατασκευαστικής  εταιρείας γαλλικών συμφερόντων το 1925 και ήταν λιτά και απλά .  Το οικόπεδο που αναλογούσε σε κάθε σπίτι ήταν ένα στρέμμα για το χωριό Μαυρονέρι . Κάθε  σπίτι του Εποικισμού  διέθετε δύο δωμάτια, μια αποθήκη πίσω και έναν στάβλο .  Το μέγεθος του σπιτιού καθοριζόταν από τα μέλη της οικογένειας. 

Οι νέοι έχτισαν τα σπίτια με αυτεπιστασία .  

Πήραν οικοδομικά υλικά που τούς έδωσε η Επιτροπή και έχτισαν  και διώροφα σπίτια με διαφορετικό σχέδιο .  Ο κάτω όροφος ήταν αποθήκη και ο πάνω ήταν η κατοικία  της οικογένειας .  

Τα ισόγεια σπιτάκια ήταν χτισμένα με πλιθιά και τα διώροφα είχαν χτιστεί με τούβλα .  Τα σπίτια αυτά είχαν διανεμηθεί στους πρόσφυγες και την αξία τους την πλήρωσαν με δόσεις . Στην αρχή δόθηκε τίτλος απλής κυριότητας και στην συνέχεια μετά την αποπληρωμή δόθηκε τίτλος πλήρους κυριότητας. Όταν το 1930 διαλύθηκε η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων (ΕΑΠ) τα χρέη ανέλαβε η Αγροτική Τράπεζα. 

Μέσα σε αυτά τα  σπιτάκια  η ζωή βρήκε τον χώρο της . Τα σπιτάκια είχαν  δύο δωμάτια   που επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ένα μικρό σαλονάκι που ήταν μόνο για τους μουσαφίρηδες . Εκεί υπήρχε ένα τραπέζι με καρέκλες  .  Αφού βρήκαν ξύλα έφτιαξαν την πόρτα που έκλεινε μέσα την ευτυχία τους . Οι πόρτες ήταν πολύ όμορφες γιατί αργότερα συμπλήρωσαν και διακοσμητικά στοιχεία . 

 Με τα ξύλα έφτιαξαν μικροέπιπλα  όπως  κρεβάτια , κομοδίνα , ντουλάπες , παντζούρια ,πάγκους , καρεκλάκια . 

Μέσα στο μικρό αυτό σπιτάκι έφτιαχναν την κουζίνα τους με χτιστό πάγκο και ένα μικρό δοχείο  με βρυσάκι ,το  “μουσλούκκ”  που είχε νερό .  

Ένα άνοιγμα του τοίχου είχε μετατραπεί σε ντουλάπι , όπου τοποθετούσαν τα ψωμιά , το βούτυρο , τα αυγά , την ζάχαρη , τον καφέ . 

Σε μια  ωραία αυτοσχέδια εταζέρα ήταν τα  πιάτα  και τα ποτήρια . Σε άλλο σημείο πάνω στον πάγκο ήταν τα κουτάλια , τα πιρούνια , τα μαχαίρια . Στην κουζίνα ήταν κρεμασμένα τα τηγάνια , τα ταψιά και οι κατσαρόλες ήταν  πιο πέρα ,  στον πάγκο . Σε ένα μικρό τραπέζι ήταν η κανάτα με το νερό και τα ποτήρια .  

Στο τοίχο  ήταν κρεμασμένη η λάμπα πετρελαίου που άναβε λιγοστές φορές .  

Στα δωμάτια υπήρχαν τα κρεβάτια με ξύλινες σανίδες φτιαγμένα και τα στρώματα ήταν μάλλινα . Στην άκρη του δωματίου ήταν το σεντούκι που πάνω του είχε τα σκεπάσματα , τα παπλώματα , τα λεγόμενα γιοργάνια και τα μαξιλάρια . Οι Πόντιοι φημίζονταν για τα  μάλλινα γιοργάνια  που ήταν πολύ χοντρά και ζεστά . 

 Στα δωμάτια σε καρφιά ήταν κρεμασμένα τα ρούχα, σκεπασμένα με πανιά .  Το πάτωμα ήταν με χώμα ή  ξύλο που  πάνω έβαζαν τις ψάθες και αργότερα τα χαλιά  που ύφαιναν στον αργαλειό .  

Δύο καμαρούλες όλες κι όλες και μέσα εκεί έκλεισαν τα όνειρα και τις ελπίδες τους . Και στην κεντρική σάλα σε μιά  γωνία  έβαλαν το Εικονοστάσι τους με τις εικόνες , την καντήλα και τα στέφανα των νοικοκυραίων . Η καντήλα άναβε  κάθε ημέρα και στο  Εικονοστάσι προσέτρεχαν για να ζητήσουν την  βοήθεια του  Παντοδύναμου Θεού  .  

Στα μικρά δωμάτια με τα ξύλινα κρεβάτια και τα μικρά χαλάκια στον τοίχο ,τις πάντες, κοίμισαν  τα παιδάκια τους  … και ήταν πολλά !  

Αυτά τα μικρά σπιτάκια βάφτηκαν με ασβέστη και είχαν αυλές μπροστά με λουλούδια  και  πίσω με οπωροφόρα δέντρα. Εκεί πίσω  φύτευαν τα λαχανικά τους για το καθημερινό τους  φαγητό .  

Αυτά τα σπίτια με τα πολλά παιδιά  είχαν ζεστασιά και απλότητα .  Από αυτά τα φτωχικά   σπιτάκια  βγήκαν σπουδαίοι άνθρωποι και πρόκοψαν.   Κάποιοι ξέχασαν  την καταγωγή τους και κάποιοι  την αναθυμούνται με αγάπη και νοσταλγία . 

  Λίγα έχουν μείνει  στο χωριό για να θυμίζουν την εποχή της προσφυγιάς και της νιότης των παππούδων μας και των γιαγιάδων μας . Το  πατρικό σπιτάκι του Ανανικίδη  του Κώστα , της Θάλειας το πατρικό , το σπίτι του Άβελ που χτίστηκε στο θεμέλιο του Εποικισμού , το μικρό σπίτι της Κωνσταντίας του Παπαδόπουλου τού Κώστα ,το σπίτι του  Σόλων του Καλτσίδη . 

Αυτά τα φτωχοκάλυβα είναι  γεμάτα αναμνήσεις, μυρωδιές  και  συναισθήματα . Σε αυτά τα φτωχοκάλυβα πάντα μοσχοβολούσε το φτωχικό φαγητό τους. 

Αυτά τα φτωχοκάλυβα  πολύ εύκολα παραχώρησαν την θέση τους στα μεγάλα σπίτια  για να κάνουν την ζωή μας καλύτερη.  Πόσες ιστορίες θα μας διηγούνταν αυτά τα  χαμόσπιτα που στέκονται περιφρονεμένα και παραπονεμένα. 

Κάποια είναι εδώ για να θυμίζουν πού ήμασταν και πού φθάσαμε !  

Ελένη Τσιφτσόγλου – Παπαδοπούλου  

Έτος 2024 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή