Το Αναστασιματάριον της Γιαγιάς Χριστίνας στο Μαυρονέρι. 

Το Αναστασιματάριον της Γιαγιάς Χριστίνας στο Μαυρονέρι. 

Ο μικρός Αναστάσιος μεγάλωσε με τις ιστορίες που φύλαγε σαν θησαυρό η γιαγιά Χριστίνα η Θεοδωρίδου  ,η προγιαγιά του, που αντί για παραμύθια του χάριζε αλήθειες. Ήταν εκείνη που μεγάλωσε και τον πατέρα του, τον Χρήστο, το πρώτο της εγγόνι και τώρα στα εβδομήντα έξι της χρόνια, πήρε στην αγκαλιά της τον δισέγγονό της, τον Αναστάση και συνέχισε, αθόρυβα και στοργικά  την αλυσίδα του μεγαλώματος. Στεκόταν ξανά φρουρός σε μια παιδική ηλικία .  

Καθώς η μητέρα του εργαζόταν, εκείνη ήταν που  τον κρατούσε συντροφιά .  Καθόταν στο παλιό ξύλινο σκαμνί κι εκεί, με μια φωνή που έμοιαζε με νανούρισμα, του διηγούνταν ιστορίες από τον Καύκασο, από το χωριό τους το Χάσκιοϊ, με τα βαθιά φαράγγια και τις απότομες βουνοπλαγιές. Του μιλούσε για το ταξίδι με το καράβι από το Βατούμ για το Μαυρονέρι , τότε που ήταν κοριτσάκι και κρατούσε σφιχτά το χέρι της μητέρας της, της Σουσάνας. Θυμόταν τις δυο της αδερφές, την Τσόφα και την Όλγα, να σιωπούν κοιτάζοντας την ακτή να χάνεται στο βάθος και τον πατέρα τους να φυσά τον ζουρνά του με ένα παράπονο, έναν ήχο πικρό σαν τον ξεριζωμό.  

_ Να σου πω την ιστορία από το Βατούμ; Βάι , βάι ,μπασιμά. ( Ωχ , ωχ, στο κεφάλι μου, αλλοίμονό μου ! ) .Η γιαγιά  χρησιμοποιούσε λέξεις από την ουρούμικη γλώσσα της . Μεγάλωσε με τα ακούσματα ,τις κουβέντες  και τα τραγούδια της ουρούμικης γλώσσας ,που ήταν μια διάλεκτος της τουρκικής . Ήταν η γλώσσα του σπιτιού, της προσευχής, της μνήμης. Όταν ήρθε στο Μαυρονέρι, έμαθε σιγά σιγά να μιλάει και να διαβάζει ελληνικά. Κι έτσι, μέσα της, ένωσε δύο κόσμους , εκείνον της ρίζας και εκείνον της νέας πατρίδας. 

_ Ναι , γιαγιά ,πες την πάλι ! Εκείνη με το ζουρνά … 

Μέσα από τα λόγια της γιαγιάς, ο Αναστάσης γνώρισε τον κόσμο. Έμαθε τα φαγητά της πατρίδας ,το εβριστόν, τη σορβά, τα χιρχιντίκια που τα έφτιαχνε τουρσί, αλλά και τον περίφημο πουρμά της, το γλύκισμα με την κανέλα και τη ζάχαρη, που έφερνε πάντοτε στις γιορτές σαν ευλογία. Μα περισσότερο απ’ όλα, του έμαθε την πίστη. Η γιαγιά Χριστίνα ήταν θεοσεβούμενη. Γνώριζε κάθε ύμνο και τροπάριο, και συχνά, οι τοίχοι του σπιτιού ηχούσαν από τη γλυκιά της ψαλμωδία. «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». 

Στα μάτια του μικρού Αναστάση, εκείνη ήταν σαν φλόγα καντηλιού σταθερή, ήρεμη, φωτεινή. Του μιλούσε για τα κάρα και τα μουλάρια του παππού, που έκανε αγώγια, για τα μοσχαράκια που μεγάλωναν στην αυλή,  για τις αγελάδες που τις  φώναζε με το όνομά τους . 

_Και ήξερε , Αναστάση,  η Χλόη πως την φωνάζω . Γύριζε  το κεφάλι και με κοίταζε με τα μεγάλα της μάτια .  

 Η γιαγιά Χριστίνα  μιλούσε για τις κακουχίες του ξεριζωμού, αλλά πάντα με μια δύναμη εσωτερική, μια αξιοπρέπεια που μύριζε λιβάνι και βασιλικό. Ο μικρός Αναστάσης την κοίταζε πάντα  με δέος . Τις  νύχτες ,η γιαγιά έψελνε . 

Ο μικρός Αναστάσης διάβαζε τα παλιά χριστιανικά βιβλία της γιαγιάς, εκείνα με τα ξεθωριασμένα εξώφυλλα και τις σελίδες που μοσχοβολούσαν λιβάνι και κερί. Η γιαγιά τα φύλαγε σαν φυλαχτά, με μια ευλάβεια σχεδόν τελετουργική . Κάποια τα  είχε φέρει μαζί της από τον Καύκασο και κάποια τα είχε αποκτήσει στα χρόνια της προσφυγιάς . Μέσα από αυτά ο μικρός μάθαινε γράμματα, αλλά και κάτι βαθύτερο, πώς να αγαπά, να σέβεται, να ελπίζει. 

Κάθε Κυριακή πρωί, πριν χαράξει καλά-καλά, τον έντυνε με στοργή. Γινόταν παπαδάκι . Η στολή του  καθαρή και σιδερωμένη, τοποθετημένη με φροντίδα, λες και ήταν άμφιο παπά . Τα μαγουλάκια του κοκκίνιζαν απ’ τη συγκίνηση και τη δροσιά του πρωινού. Και καθώς κρατούσε τα εξαπτέρυγα με σταθερότητα και περηφάνια, η γιαγιά καθόταν στο στασίδι της και τον κοιτούσε με μάτια υγρά, μα γεμάτα φως. 

 Του μετέδιδε με τρόπο άδολο τον κόσμο της, όπως κάποτε του μετέδωσε λέξεις ουρούμικες, τραγούδια παλαιά, ψιθυρίσματα από έναν χαμένο τόπο. Τώρα του μετέδιδε την αγάπη για την ελληνική προσευχή, για το «Κύριε ἐλέησον», για τον ήχο του θυμιατού και το φως του καντηλιού. 

Και ο Αναστάσης, παιδί ακόμη, κρατούσε τα εξαπτέρυγα σαν λάβαρα μνήμης και πίστης. Πολλές φορές στάθηκε στο αναλόγιο με τον ψάλτη του χωριού ,τον θείο Παυλίκα τον Ξενίδη   και τον συνόδευε . Σπούδασε και δύο χρόνια την Βυζαντινή μουσική .  Χωρούσε μέσα του δύο κόσμους ,εκείνον που χανόταν σιγά-σιγά με τη γλώσσα της γιαγιάς, και εκείνον που γεννιόταν με τη γλώσσα της εκκλησίας και του νέου του τόπου. Ίσως δεν καταλάβαινε ακόμη τη σημασία, αλλά την ένιωθε  κι αυτή είναι η αρχή κάθε ιερότητας. 

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η γιαγιά Χριστίνα λύγιζε από τον χρόνο, μα δεν έσβηνε. Η πλάτη της έσκυβε ,αλλά η φωνή της δεν έσβηνε . Και έτσι έφυγε, ήσυχα, στα ογδόντα έξι της, μέσα στην προσευχή και την ευχαριστία. Όλοι την έκλαψαν, αλλά πιο πολύ ο Αναστάσιος. Γιατί εκείνος έζησε στα πόδια της, στην αγκαλιά  της , στο βλέμμα της, στον λόγο και στην ψυχή της. Χάθηκε και σαν να έφυγε μαζί της μια  εποχή , ένας κόσμος  ολόκληρος με ζάχαρη και κανέλα. 

Σήμερα  ο Αναστάσης, άνδρας πια, όταν περνά από το φτωχικό της σπιτάκι, κάνει τον σταυρό του. 

 _ Για σένα ,γιαγιά. Για όλα όσα μου έδωσες .  Γιατί εκεί μέσα διδάχτηκε τις πιο μεγάλες αλήθειες. Για την πίστη, για τη ρίζα, για την προσφορά. Θυμάται τη φωνή της, να ψέλνει, να γελά, να του λέει , “Να ‘χεις τον Θεό οδηγό σου, παιδί μου”. 

Και στο κομοδίνο του, καλά φυλαγμένο, είναι το μικρό “Αναστασιματάριον” της. Το άνοιγε η γιαγιά του κάθε βράδυ και του διάβαζε ψαλμούς πριν τον ύπνο. Είναι το πιο πολύτιμο κειμήλιο που έχει.  Γιατί στις σελίδες του κατοικεί η ψυχή της γιαγιάς Χριστίνας. Και κάθε φορά που το κρατά στα χέρια του, νιώθει ξανά το χάδι της, το φως της, την πίστη της. Νιώθει πως, όσο θυμάται, η γιαγιά Χριστίνα δεν έχει πεθάνει. Ζει γύρω του, πάνω του. Και  θυμάται πάντα την γιαγιά Χριστίνα ,σαν μια κληρονομιά που δεν γράφεται με μελάνι , αλλά με δάκρυ και μνήμη.   

Ελένη Τσιφτσόγλου -Παπαδοπούλου 2025 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή