Το Αντάμωμα στο Μαυρονέρι
Ήταν ένα βράδυ αλλιώτικο απ’ τα άλλα. Στο προαύλιο του σχολείου, εκεί όπου κάποτε αντηχούσαν παιδικές φωνές και μαθήματα, τώρα αντηχούσαν γέλια, τραγούδια και πατήματα βαριά, γεμάτα ψυχή. Ο σύλλογος του χωριού είχε στήσει τον χορό του ,όχι έναν απλό χορό, αλλά ένα αντάμωμα ψυχών. Ήρθαν όλοι. Μικροί, μεγάλοι, άντρες, γυναίκες, παππούδες, γιαγιάδες. Όλοι όσοι είχαν ρίζες στο χώμα του τόπου και κλωνάρια που άνθιζαν σε κάθε νέα γενιά.
Χέρι με χέρι πιάστηκαν στον κύκλο. Οι πρώτοι ήταν οι παλιοί , εκείνοι που γνώριζαν τα βήματα σαν προσευχή. Πόντιοι χοροί, βαρείς και ιεροί, γεννημένοι από τα βάθη του χρόνου. Ομάλ, τικ, σιγανός, και ύστερα, καθώς η νύχτα προχωρούσε, η λεβεντιά των νέων. Η σερενίτσα, η λετσίνα, το κότσαρι και το τας , χοροί που απαιτούσαν δύναμη και καρδιά. Στη σκιά του πλατάνου, το κλαρίνο σήκωνε τη σκόνη του παλιού χορού, εκείνου που έφερναν οι παππούδες από την Ανατολική Θράκη.
Οι πιο μεγάλοι κάθονταν στο τραπέζι, με το κρασί στο χέρι και τα μάτια υγρά από περηφάνια. Καμάρωναν τα παιδιά και τα εγγόνια τους να συνεχίζουν, να χορεύουν με την ίδια φωτιά που είχαν κι αυτοί στα νιάτα τους. Και οι μικρότεροι, εκεί, στην άκρη του κύκλου, μάθαιναν. Δεν χρειαζόταν να τους πει κανείς. Κοιτούσαν, άκουγαν τον ήχο της λύρας και χάραζαν στην ψυχή τους κάθε βήμα, κάθε στριφογύρισμα, κάθε ανάσα του χορού.
Ο κύκλος έκλεινε, άνοιγε, μεγάλωνε. Ένας κύκλος ζωής, παράδοσης και συνέχειας. Οι Μαυρονεριώτες ήταν γεμάτοι ζωντάνια και δύναμη. Έτσι είχαν μάθει από τους δικούς τους. Έτσι συνέχιζαν κι αυτοί.
Με το χορό και το τραγούδι κρατούσαν ζωντανά όσα δεν γράφονται εύκολα σε βιβλία. Την καταγωγή, τη μνήμη, την ψυχή του τόπου. Κι όσο υπήρχε χώρος για έναν ακόμη στον κύκλο, η παράδοση δεν θα χανόταν ποτέ.
“Για κοίτα, Νάστα , πόσοι μαζεύτηκαν φέτος!» είπε ο Αρίκος , ο γεροντότερος του χωριού, καθώς ακουμπούσε το μπαστούνι του δίπλα στο τραπέζι.
“Δόξα σοι ο Θεός, ήρθαν και τα παιδιά απ’ τη Θεσσαλονίκη κι ο Ηρακλής απ’ τη Γερμανία… Να ‘ναι καλά η μάνα του που τον κράτησε κοντά μας με τις ιστορίες και τα τραγούδια! ” αποκρίθηκε η Νάστα καθώς τα μάτια της φώτιζαν από συγκίνηση.
Ο Ηρακλής , λεβέντης εικοσιπεντάρης, στάθηκε διστακτικός στην αρχή. Δεν άργησε όμως να φτάσει κοντά του ο παππούς του.
” Έλα να πιαστείς στο χορό. Να θυμηθεί το κορμί σου ποιος είσαι.”
Η λύρα είχε ήδη ξεκινήσει να σέρνει τον πρώτο ομάλ. Ο Θωμάς ο Ξενίδης μπήκε μπροστά, με τα χέρια ανοιχτά και το πρόσωπο σοβαρό, όπως πάντα όταν χόρευε. Δίπλα του στάθηκε ο Χάμπος ο Παπαδόπουλος και μετά ο Ξένος ο Ξενίδης .
” Έτσι χορεύαν οι γονιοί μας στην Ανατολή. Κοίταξε τα βήματα , Ηλία, φώναξε η γιαγιά του η Πελαγία η Ιορδανίδου .
Ο κύκλος μεγάλωνε. Ο ένας μετά τον άλλον πιάνονταν χέρι-χέρι. Γέροντες, μεσήλικες, νέοι και παιδιά. Ο μικρός Νικολάκης , δέκα χρονών, στεκόταν λίγο πιο πίσω, κοιτώντας με θαυμασμό τον πατέρα του, τον Παυλίκα τον Ξενίδη .
“Ο χορός δεν μαθαίνεται με λόγια, αγόρι μου. Με καρδιά μαθαίνεται. Πάμε!” είπε ο Παναγιώτης ο Καλτσίδης και τον έπιασε απ’ το χέρι.
Η σερενίτσα ήρθε μετά , πιο ζωηρός χορός, με τις φωνές να υψώνονται και τα πόδια να χτυπούν με δύναμη το χώμα. Η λετσίνα έκανε τους νέους να φωνάξουν από χαρά. Το τας, όμως, αυτό το ξεχωριστό, γεμάτο λεβεντιά και τιμή, ήρθε σαν κλείσιμο ιερό.
Η γιαγιά Ευτέρπη, καθισμένη στην άκρη με το ραμμένο μαντήλι της για τις καλές στιγμές, δάκρυσε.
“Παναγιά μ’, πόσα περάσαμε… Κι όμως, κράτησε η ρίζα μας”, μουρμούρισε.
“Γιαγιά, πότε έμαθες εσύ τους χορούς;» τη ρώτησε ο εγγονός της ο Μιχάλης .
“Δεν θυμάμαι πότε… Θαρρώ πως γεννήθηκα με αυτούς στο αίμα μου. Στους γάμους, στις χαρές. Μας κράτησαν όρθιους, παιδάκι μου “, του απάντησε και του έσφιξε το χέρι.
Η γιαγιά Ευλαμπία , καθόταν στο καρεκλάκι της μπροστά-μπροστά.
– Αυτόν τον χορό τον έσερνε ο πατέρας μου… Έτσι, μπράβο παιδάκι μου, κράτα το ίσο, έλεγε πάντα. Η εγγονή της, η Ευλαμπία , σηκώθηκε με συγκίνηση. Χόρεψε μπροστά σε όλους. Δεν ήξερε τα βήματα ακριβώς, αλλά είχε μάθει κάτι πιο σπουδαίο, τη σημασία τους.
Ύστερα όλοι σηκώθηκαν στον κυκλικό χορό. Γέροι, παιδιά, μετανάστες που γύρισαν από τη Γερμανία, κι άλλοι που ήρθαν μόνο για το πανηγύρι.
Η νύχτα προχώρησε. Τα αστέρια βγήκαν ψηλά. Οι φωνές έγιναν τραγούδια και τα τραγούδια έγιναν μνήμες. Κι οι μνήμες έγιναν ελπίδα. Γιατί όσο κάποιος πιάνει το χέρι του άλλου στον χορό, ο τόπος δεν χάνεται.
Οι Μαυρονεριώτες έφυγαν αργά. Κάποιοι φύλαξαν τη στιγμή στην καρδιά τους. Μα όλοι ήξεραν πως το αντάμωμα δεν τελείωσε. Θα ξαναγίνει , όσο υπάρχουν άνθρωποι που θυμούνται, που χορεύουν, που αγαπούν τον τόπο τους.
Η νύχτα προχώρησε. Και μέσα στα γέλια, τα ποτήρια, τις αγκαλιές και τα τραγούδια, όλοι ήξεραν ότι εκείνη η βραδιά δεν ήταν μόνο γιορτή. Ήταν υπόσχεση. Να μην ξεχάσουν ποτέ.
Γι’ αυτούς που έφυγαν, γι’ αυτούς που ρίζωσαν εδώ και γι’ αυτούς που θυμούνται.