Το Ημερολόγιο του Εγγονού
Ήταν βράδυ. Ο ουρανός είχε χαμηλώσει, σαν να ‘θελε να ακούσει κι αυτός την ιστορία. Η γιαγιά Χριστίνα καθόταν στην παλιά ξύλινη καρέκλα της αυλής, τυλιγμένη με το μάλλινο σάλι της και ο μικρός Αναστάσης καθόταν δίπλα της, με τα μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό της. Δεν ήταν απλώς μια αφήγηση. Ήταν μνήμη, ήταν ρίζα, ήταν προσευχή.
– Ήταν το 1920, παιδί μου… Ο πατέρας μου, ο Σάββας ο Ξενίδης , ήξερε. Δεν είχε διαβάσει πολλά, μα τα μάτια του έβλεπαν μακριά. «Θα ‘ρθει κακό», έλεγε, κι εμείς σιωπούσαμε. Στον στον Καύκασο, ησυχία δεν είχαμε πια. Ούτε μέρα, ούτε νύχτα. Οι Τούρκοι κατέβαιναν, οι μπολσεβίκοι ανέβαιναν. Κι εμείς; Ξένοι για όλους. Πόντιοι, Ρωμιοί… Μόνοι. Ξεριζωμένοι προτού καν ξεριζωθούμε.
Ένα δάκρυ κύλησε αθόρυβα στο μάγουλό της. Το σκούπισε με την ποδιά της, σχεδόν με θυμό. Δεν της άρεσε να κλαίει μπροστά στον Αναστάση. Εκείνος, σαν να κατάλαβε, της χάιδεψε δειλά το χέρι.
– Ήρθε τότε η διαταγή. «Φεύγετε», μας είπαν. Δεν ήταν ερώτηση. Ήταν τελεσίγραφο. Η Εκκλησία μάς βοήθησε. Κι ο ελληνικός στρατός. Μας φόρτωσαν στα καράβια. Γυναίκες, παιδιά, γέροι. Ζώα μαζί. Βαλίτσες, σεντούκια, εικόνες, μνήμες. Πολλοί δεν πρόλαβαν ούτε αυτά.
Το καράβι δεν ήταν καράβι. Ήταν ένα κιβούρι που έκλαιγε. Κάθε κύμα κι ένας αναστεναγμός. Μυρωδιά αρμύρας και φόβου. Ένα μωρό έκλαιγε ασταμάτητα. Μια γριά ψιθύριζε την Παναγιά. Εγώ κράταγα το χέρι της μάνας μου και μετρούσα τα φώτα της ακτής που όλο απομακρύνονταν.
– Πού πήγατε, γιαγιά;
– Πρώτα στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλη πόλη, όμορφη, αλλά δεν μας ήθελε για πολύ. Μας έστειλαν στο Κιλκίς, και μετά πιο βαθιά, σε ένα χωριό που μόλις το είχαν φτιάξει. Μαυρονέρι το λέγανε. Μα εμείς το λέγαμε «το χωριό». Ήταν παλιά τουρκικός οικισμός, εγκαταλειμμένος. Τα σπίτια μισογκρεμισμένα, χωρίς παράθυρα, χωρίς πόρτες. Μόνο χώμα και πέτρα. Και κρύο. Πολύ κρύο.
Η αδελφή μου ήταν τότε μωρό. Την τύλιγα με το σάλι μου και προσευχόμουν κάθε βράδυ να μην σταματήσει να ανασαίνει. Δεν είχαμε γιατρούς. Ούτε φάρμακα. Μόνο πίστη και γείτονες.
– Σας βοήθησαν;
– Οι γυναίκες, Αναστάση μου. Οι γυναίκες σώσανε το χωριό. Η κυρά Όλγα του Λουκά , που ήξερε να ζυμώνει. Η Πελαγία του Ιορδανίδη που έσκαβε με τα χέρια της τη γη. Η Δέσποινα η Χρυσοστομίδου, η Τέπιτση, που μάζευε τα παιδιά και τους μάθαινε τραγούδια του Πόντου. Φτιάξαμε φούρνους από λάσπη. Φυτέψαμε στάρι. Κάναμε εκκλησία με πέτρες από τον λόφο.
Και τότε ήρθε το πρώτο Πάσχα. Μην φανταστείς πολλά. Ένα τσουρέκι, με δυσκολία.
Μα ήταν το πιο νόστιμο τσουρέκι που είχαμε φάει .
Το Μαυρονέρι είχε αρχίσει σιγά σιγά να μεταμορφώνεται. Εκεί που κάποτε υπήρχαν μόνο χώμα και ερείπια, τώρα φύτρωναν δέντρα, ξεφύτρωναν σπίτια, ακούγονταν παιδικές φωνές.
Ο Αναστάσης, αρκετά χρόνια μετά τη συζήτηση με τη γιαγιά του, βρέθηκε να κάθεται στο ίδιο χωριό, πλάι σε ένα χαμηλό, πέτρινο κτίριο με σκουριασμένα παράθυρα. Ήταν το παλιό σχολείο. Κλειστό τώρα, μα η σκεπή του ακόμα άντεχε, και τα θρανία , λίγα, σπασμένα , περίμεναν κάποιον να τα θυμηθεί.
Η φωνή της γιαγιάς αντήχησε μέσα του:
– Το σχολείο, παιδί μου… Ήταν το δεύτερο θαύμα μετά το τσουρέκι του Πάσχα. Χτίστηκε με τα χέρια των ίδιων των προσφύγων. Ούτε μηχανήματα, ούτε λεφτά. Μόνο καρδιά.
Ο Αναστάσης φαντάστηκε το παρελθόν. Άντρες με σηκωμένα μανίκια να κουβαλούν πέτρες. Γυναίκες να πλάθουν πηλό. Παιδιά να μαζεύουν ξύλα και να κάνουν αγώνες ποιος θα βρει το πιο ίσιο κλαδί για χάρακα.
Η πρώτη δασκάλα ήρθε από το Κιλκίς . Κυρία Ευθυμία. Δεν ήταν ούτε τριάντα χρονών, μα τα μάτια της κουβαλούσαν ιστορίες από δέκα ζωές. Έμενε σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα στην εκκλησία . Εκεί τους μάθαινε όχι μόνο γράμματα, αλλά και πώς να κρατάνε το κεφάλι ψηλά, ακόμα κι όταν όλα δείχνουν χαμηλά.
– Είχαμε τρία θρανία, θυμάμαι, είπε η γιαγιά σε μια άλλη της αφήγηση. Και ήμασταν δεκαπέντε παιδιά. Καθόμασταν στριμωχτά, ώμο με ώμο. Όμως, ποτέ δεν νιώσαμε στενότητα. Μάθαινες καλύτερα όταν άκουγες και την ανάσα του άλλου.
Η γιαγιά τότε ήταν κορίτσι. Την έλεγαν “η φιλενάδα της δασκάλας” γιατί πάντα έμενε πίσω να τη βοηθάει. Έστρωνε τις κιμωλίες, καθάριζε τον μαυροπίνακα, κουβαλούσε νερό απ’ τη βρύση.
– Με είχε μάθει να γράφω καθαρά. «Όπως σκέφτεσαι, έτσι να γράφεις», έλεγε. «Κι όπως γράφεις, έτσι να ζεις.»
Ένα απόγευμα, μετά το σχολείο, έγινε κάτι που η γιαγιά δεν ξέχασε ποτέ.
– Μας είπε η κυρία Ευθυμία να γράψουμε τι σημαίνει “πατρίδα”. Κι εγώ, Αναστάση μου, έγραψα:
“Πατρίδα είναι το μέρος που σε μαθαίνουν να διαβάζεις τα δάκρυα της μάνας σου.”
Η δασκάλα δεν είπε λέξη. Μόνο το φύλαξε στην τσάντα της. Και χρόνια μετά, όταν έφυγε από το χωριό, άφησε πίσω της μόνο εκείνο το χαρτί, καρφιτσωμένο στον μαυροπίνακα.
Ο Αναστάσης στεκόταν τώρα μπροστά στον ίδιο πίνακα. Ή, μάλλον, μπροστά στο κενό του. Το ξύλο είχε σαπίσει, η κιμωλία είχε λιώσει, μα η φράση ακουγόταν ακόμα.
Πατρίδα είναι το μέρος που σε μαθαίνουν να διαβάζεις τα δάκρυα της μάνας σου.
Ο Αναστάσης κάθισε σε ένα σπασμένο θρανίο. Άνοιξε το τετράδιό του.
Έγραψε:
“Το σχολείο τους ήταν φτιαγμένο από πέτρα, μα οι λέξεις τους ήταν από φλόγα. Κάθε γράμμα και μια ανάμνηση. Κάθε μάθημα και μια νίκη ενάντια στη λησμονιά. Εγώ τώρα κάθομαι στο ίδιο μέρος. Δεν είμαι μόνος. Είναι όλοι εδώ. Όσοι έμειναν, όσοι έφυγαν. Το Μαυρονέρι δεν είναι χώμα πια. Είναι μνήμη.”
Στο Μαυρονέρι, οι γάμοι δεν ήταν ποτέ απλή υπόθεση. Ήταν αντίσταση. Μέσα από μια γιορτή, η ζωή επιμένει , ακόμη και πάνω σε χώμα ξεριζωμένο . Ήταν τραγούδι μέσα στην ερημιά, ήταν φως εκεί που είχε μόνο μνήμη και σκιά. Η γιαγιά Χριστίνα, στα νιάτα της, είχε ζήσει έναν τέτοιο γάμο που δεν ξέχασε ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά που το χωριό ένιωσε χαρά ολόκληρη .
– Ήταν ο γάμος της Μερτζάν , της κόρης της κυρά – Δέσποινας της Τέπιτζη , της Χρυσοστομίδου από το Τσαμούρ της Αργυρούπολης στον Πόντο , με τον Μιχάλη τον Καρυπίδη από το Χάσκιοϊ του Καυκάσου , στο Μαυρονέρι , είπε μια μέρα η γιαγιά . Πήγε νύφη στο Αποστολάρ .
– Ήταν όμορφη η νύφη; τη ρώτησε ο Αναστάσης, μικρός ακόμη, με μάτια ορθάνοιχτα.
– Όμορφη σαν το φως. Το όνομα της ήταν Αντιγόνη αλλά την φώναζαν Μερτζάν και Γιοσμάν που θα πει όμορφη στην ουρούμικη γλώσσα . Όχι επειδή φορούσε πλούσια φορέματα , δεν υπήρχαν. Αλλά επειδή χαμογελούσε με εκείνο το χαμόγελο που μόνο οι γυναίκες της προσφυγιάς ξέρουν. Το χαμόγελο που λέει: ” Έζησα κι ακόμα αγαπώ.”
Οι προετοιμασίες για τον γάμο άρχισαν έναν μήνα πριν. Το χωριό μπήκε σε πυρετό. Δεν υπήρχε σπίτι που να μην ανακατεύει φύλλο, να μην πλάθει ζυμάρι, να μην χτυπάει καρύδι στο γουδί.
Οι γυναίκες μαζεύτηκαν στο σπίτι της νύφης. Έβαλαν μαντήλες, άναψαν φωτιές, άνοιξαν φύλλα λεπτά . Έκαναν τον πουρμά . Σιρόπι με μέλι και δάκρυ. Ήταν γλυκός , γιατί ήθελαν να ξορκίσουν την πίκρα.
– Δεν είχαμε πολλά, παιδί μου. Μα ό,τι είχαμε, το κάναμε γιορτή.
Ο γάμος έγινε στην αυλή της εκκλησίας, κάτω από το αγιόκλημα. Η νύφη έφτασε με τα πόδια, περπατώντας πλάι στις γειτόνισσες που τραγουδούσαν τραγούδια του γάμου . Ο γαμπρός την περίμενε με χαρά .
Μετά το μυστήριο, στήθηκε το τραπέζι. Όχι ένα – δέκα, είκοσι, όσα χωρούσε η πλατεία .
Ο πατέρας μου ο Σάββας έπαιζε τον ζουρνά και ο Νικούσης ο Ξενίδης βάραγε το νταούλι. Οι παππούδες χόρεψαν , οι νέοι σέρβιραν κρασί από πήλινα ποτήρια.
– Θυμάμαι, λέει η γιαγιά, τα αδέλφια της, ο Ισαάκ και ο Λάμπης , έσυραν πρώτοι τον χορό. Και η μάνα της, η Τέπιτζη ,είχε ένα μπαστούνι , μα εκείνη τη μέρα το άφησε στην άκρη. Χόρεψε σαν να είχε ξανά τα πόδια της νέας .
Ο πουρμάς πέρασε από χέρι σε χέρι. Ζεστός ακόμα. Έσταζε μέλι. Έσταζε ιστορία. Κάθε μπουκιά κι ένα “καλώς ήρθες” στη ζωή.
Εκείνη τη νύχτα, το χωριό δεν κοιμήθηκε. Τα παιδιά κοιμήθηκαν στα γόνατα των γιαγιάδων. Οι μανάδες ξεκουράστηκαν στα σκαλοπάτια, με το χαμόγελο ακόμα στα χείλη. Και οι νέοι έδωσαν όρκους πως, όσο θα υπάρχουν τέτοιες νύχτες, τίποτα δεν θα χαθεί.
Ο Αναστάσης, ακούγοντας τη γιαγιά του, σημείωσε στο τετράδιο:
“Ο γάμος τους δεν ήταν πολυτέλεια. Ήταν υπόσχεση. Να μείνει το χωριό όρθιο. Να μη σβήσει το φως από τα παράθυρα. Ο πουρμάς , εκείνο το παραδοσιακό γλυκό, είχε γεύση νίκης. Και το γλέντι ,ήταν για όλους εκείνους που δεν πρόλαβαν να φτάσουν στην Ελλάδα. Απόψε κατάλαβα. Δεν παντρεύτηκαν δύο άνθρωποι. Παντρεύτηκε η ζωή με την ελπίδα.”
Το καλοκαίρι εκείνο ήταν σκληρό. Ο ήλιος έπεφτε με λύσσα πάνω στα λιγοστά σπαρτά του χωριού και τα καλαμπόκια λύγιζαν σαν να προσεύχονταν για λίγη δροσιά. Η γη άνοιγε ρωγμές και οι άνθρωποι περπατούσαν σιωπηλοί, χωρίς να λένε τη λέξη που όλοι φοβόντουσαν, ξηρασία.
Η γιαγιά Χριστίνα θυμόταν:
– Ήταν ο τρίτος χρόνος μας στο Μαυρονέρι. Είχαμε φυτέψει λίγο στάρι, κάτι φασόλια και ένα μποστάνι με ντομάτες που το φρόντιζε η μάνα μου η Σουσού. Μα κάθε μέρα που περνούσε, όλα μαραίνονταν , σαν να τα έπνιγε ο ήλιος.
Τα παιδιά περπατούσαν ξυπόλυτα, με σκονισμένα πόδια. Οι πηγές είχαν αρχίσει να στερεύουν. Οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό με τενεκέδες από τις τρεις βρύσες του χωριού .
– Ο πατέρας μου, θυμάμαι, ανέβηκε στο ύψωμα ένα βράδυ και στάθηκε μόνος του, είπε η γιαγιά. Δεν μίλησε, δεν φώναξε. Απλώς κοίταξε τον ουρανό. Κι εγώ πίστεψα, έτσι παιδί που ήμουν, ότι του μίλησε. Και πως εκείνος τον άκουσε.
Την επομένη, ο ουρανός μαύρισε. Χωρίς προειδοποίηση. Οι γεροντότεροι λέγανε πως ο Θεός άκουσε . Κι έπειτα άρχισε να βρέχει. Δυνατά. Όχι καταστροφή ,αλλά λύτρωση. Τα στάχυα σήκωσαν κεφάλι, τα φύλλα πρασίνισαν, κι οι άνθρωποι βγήκαν έξω, βρεγμένοι ως το κόκαλο, και γελούσαν. Γελούσαν δυνατά. Όχι από χαρά μονάχα. Από λύτρωση.
Ο μικρός Αναστάσης δεν μπορούσε να το φανταστεί , πώς μια βροχή μπορεί να φέρει τόση συγκίνηση. Κι όμως, στα μάτια της γιαγιάς του, είδε κάτι πιο δυνατό κι από το νερό: ελπίδα.
– Ήταν, παιδί μου, σαν να μας έδινε η γη δεύτερη ευκαιρία. Μας έλεγε: «Είστε δικοί μου πια. Ριζώσατε».
Κι εκείνη τη χρονιά, για πρώτη φορά, το χωριό έβγαλε το δικό του αλεύρι. Φτιάχτηκαν ψωμιά, λαβάσια , πίτες, και ένα πανηγύρι στήθηκε για να ευχαριστήσουν τον ουρανό.
Ο Αναστάσης άνοιξε πάλι το τετράδιό του:
“Σήμερα η γιαγιά μού μίλησε για μια βροχή . Από αυτές που ποτίζουν ρίζες, καρδιές, και χώματα. Έμαθα ότι μερικές σταγόνες αρκούν για να σώσεις έναν κόσμο. Κι όταν όλα φαίνονται στεγνά, πάντα υπάρχει μια βροχή που έρχεται από μακριά , όχι από τον ουρανό, αλλά από την πίστη.”
_Ξέρεις ότι παίξαμε και θέατρο ;
Η γιαγιά Χριστίνα, τότε κοπέλα πια, είχε συμμετάσχει στην πρώτη παράσταση του χωριού.
– Ο παπά Κωνσταντίνος ο Λεφίδης ήταν που το πρότεινε. «Να κάνουμε θέατρο», είπε. «Όχι για να ξεχάσουμε, αλλά για να θυμόμαστε αλλιώς.» Και μαζευτήκαμε όλοι. Άλλος έγραφε στίχους, άλλος έκανε σκηνικά, άλλος έφερνε παλιό σεντόνι για αυλαία.
Η πρώτη τους παράσταση ήταν ένα λαϊκό παραμύθι του Πόντου, με ήρωες φτωχούς και δίκαιους, με δράκους και με ένα τέλος όπου η αγάπη σώζει τον κόσμο. Τα παιδιά έπαιξαν τους κακούς με ενθουσιασμό, γιατί ήξεραν πως στο τέλος θα νικηθούν. Οι γυναίκες έραψαν κουστούμια από παλιά ρούχα, και οι άντρες κάθισαν πρώτη φορά θεατές .
– Θυμάμαι, λέει η γιαγιά, είχα ρόλο μια μάνας που περίμενε το παιδί της να γυρίσει απ’ τον πόλεμο. Όταν έλεγα το μονόλογο, όλος ο κόσμος είχε παγώσει. Κι όταν τελείωσα, άκουσα κλάμα. Πραγματικό. Από τις γυναίκες που είχαν χάσει, από τους άντρες που δεν ήξεραν πώς να το πουν.
Η παράσταση τελείωσε με ένα τραγούδι και χειροκροτήματα .
Ο Αναστάσης, ακούγοντας την ιστορία, ένιωσε πως εκείνη η βραδιά δεν ήταν μόνο ένα πολιτιστικό γεγονός. Ήταν πράξη ζωής.
– Εκείνο το βράδυ, παιδί μου, δεν ήμασταν πια πρόσφυγες. Ήμασταν πρωταγωνιστές.
Και ο Αναστάσης έγραψε:
«Μια σκηνή μπορεί να στηθεί και πάνω σε καφάσια. Κι ένα φως να βγει από μια λάμπα πετρελαίου. Αν υπάρχει ψυχή, υπάρχει και θέατρο. Αν υπάρχει θέατρο, υπάρχει φωνή. Και όποιος έχει φωνή, δεν είναι πια ξεριζωμένος. Είναι δημιουργός.»
Και ο Αναστάσης έγραφε ακόμα, αφού η γιαγιά θυμόταν όλα αυτά .
Και μέσα στο ημερολόγιό του έγραψε και για τα παπούτσια του παππού, που τα βρήκαν μια μέρα στην παλιά αποθήκη. Η γιαγιά τα έδειξε στον Αναστάση . Φθαρμένα με σόλα σχεδόν εξαφανισμένη και κορδόνια δεμένα κόμπο.
– Του προπαππού σου ήταν. Του παππού του πατέρα σου, είπε η γιαγιά. Εκείνου που ήρθε στον ξεριζωμό.
Ο Αναστάσης το κράτησε στα χέρια του με προσοχή. Ήταν βαρύ, σαν να το είχε φορτώσει ο χρόνος. Κι όμως, κάτι είχε , μια ζεστασιά. Σαν να μην είχε τελειώσει ακόμα το ταξίδι.
Η γιαγιά άρχισε να μιλά.
– Το φόρεσε, λέει, πρώτη φορά όταν πήγε στην εκκλησία . Δεύτερο χέρι, αλλά καλοραμμένο. Με αυτό περπάτησε ως το Κιλκίς για να πουλήσει καρύδια. Με αυτό κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη για να δει για πρώτη φορά τη θάλασσα. Με αυτό χόρεψε στον γάμο του.
Ο Αναστάσης σιώπησε. Είχε ακούσει για ιστορίες με ήρωες και πολέμους, μα ποτέ δεν είχε φανταστεί πως ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια μπορούσε να είναι θησαυρός.
Ο Αναστάσης το άφησε σιγά πίσω στο κουτί. Το σκέπασε όπως ήταν και το φίλησε απαλά στο πλάι.
Ύστερα, έγραψε:
«Υπάρχουν αντικείμενα που δε λένε τίποτα σε κανέναν. Μα σε μια οικογένεια, είναι ιστορία. Το παπούτσια του παππού δεν περπάτησαν μόνο χώμα. Περπάτησαν ανάγκη, κόπο, γέννα, θάνατο, Ανάσταση. Αν μπω στην ψυχή του, ίσως καταλάβω λίγο από εκείνους που περπάτησαν για να μπορώ εγώ να στέκομαι.
Και η γιαγιά συνέχισε να διηγείται
Κανείς στο χωριό δεν θυμόταν πια ποιος ακριβώς την έφερε. Άλλοι έλεγαν η κυρα-Ειρήνη, άλλοι έλεγαν ο πατέρας του Αδάμ . Το μόνο σίγουρο ήταν πως η εικόνα της Παναγίας του Καυκάσου είχε φτάσει μέσα σε μια κουβέρτα, σφιγμένη στην αγκαλιά κάποιου που δεν άφηνε τίποτα άλλο πίσω , ούτε ρούχο, ούτε σεντούκι, ούτε παπούτσι. Μόνο την εικόνα.
– Μόλις πατήσαμε στο λιμάνι, τη σήκωσε ψηλά, θυμάμαι, και είπε: «Φτάσαμε, Κυρά μου. Σώπα τώρα.» Και έκλαψε.
Η εικόνα ήταν μικρή. Φτιαγμένη σε ξύλο, με πρόσωπο ξεθωριασμένο απ’ τον χρόνο, μα με μάτια ζωντανά. Τα χέρια της Παναγίας κρατούσαν τον Χριστό , μα ήταν σαν να κρατούσαν και όλους τους ξεριζωμένους. Όλους όσοι έφτασαν με πλοία, με κάρα, με τα πόδια. Όλους όσοι κουβαλούσαν μνήμες αντί για αποσκευές.
Η εικόνα τοποθετήθηκε στο μικρό ξύλινο εκκλησάκι που έστησαν πρώτα απ’ όλα, προτού καν φτιαχτεί σχολείο. Εκεί έμπαιναν κάθε πρωί, πριν πάνε στα χωράφια. Όχι για να ζητήσουν. Αλλά για να πουν, ευχαριστώ που υπάρχουμε ακόμη.
– Όταν αρρώστησε ο παππούς σου, μου είπε η γιαγιά, πήγα κι έβαλα το χέρι μου επάνω της. Δεν είπα τίποτα. Μόνο στάθηκα. Και την άλλη μέρα, ο πυρετός του έπεσε. Δεν ξέρω αν ήταν θαύμα. Ξέρω μόνο πως εκείνη η εικόνα δεν έφερε μονάχα πίστη. Έφερε ελπίδα. Και ρίζες.
Κάθε Πάσχα την έβγαζαν έξω και την περνούσαν πάνω από τα σπαρτά. Οι παλιοί την προσκυνούσαν με δάκρυα. Οι νέοι, με απορία. Και τα παιδιά με σιωπή στην καρδιά.
Ο Αναστάσης, όπως πάντα, έγραψε:
«Δεν ήξερα ότι μια εικόνα μπορεί να κουβαλάει τόσους ανθρώπους. Δεν ήξερα ότι ξύλο και χρώμα μπορεί να γίνει καράβι. Όμως τώρα ξέρω. Αυτή η εικόνα είναι ολόκληρη η ψυχή εκείνων που έμειναν όρθιοι. Είναι εκεί για να θυμίζει. Οι ρίζες δεν είναι στο χώμα. Είναι στην πίστη, στην καρδιά, στη μνήμη.»