Το Θέατρο Σκιών στο Μαυρονέρι
Μπορεί η φτώχεια να έπνιγε τα σπίτια, μπορεί η έγνοια του καθημερινού μεροκάματου να βάραινε τους ώμους των γονιών , όμως τα παιδιά… Α, τα παιδιά δεν λογάριαζαν την ανέχεια. Είχαν τον δικό τους κόσμο. Έναν κόσμο φτιαγμένο από φαντασία, χώμα, ήλιο και τραγούδι. Τα παιδιά μάζευαν πέτρες, κουκουνάρια, σπασμένα καπάκια από βαζάκια , όλα πολύτιμα για το παιχνίδι. Έναν κόσμο με σκισμένα παντελόνια, λερωμένα γόνατα, φωνές στις αλάνες και γέλια που σκέπαζαν τα δάκρυα των μεγάλων.
Στη γειτονιά του Άβελ, εκεί όπου οι αυλές μύριζαν καμένο ξύλο και γιασεμί, ο μικρός Χρήστος , ο γιος του Άβελ, έβρισκε τους φίλους του λίγα σπίτια πιο πάνω . Ήταν ο Κώστας Αβραμίδης, παιδί γελαστό, πάντα με μια σφεντόνα στην πίσω τσέπη και ο Θεοδωράκης Γεωργιάδης, ένα παιδί αλλιώτικο. Είχε κάτι στο βλέμμα του, μια λάμψη, σαν να κουβαλούσε ολόκληρους κόσμους .
Ο Θεοδωράκης έμενε τότε με τους γονείς του στο σπίτι του Λαμπριανίδη, δίπλα στους Αβραμίδηδες. Το σπίτι εκείνο είχε μια ξεθωριασμένη σιδερένια αυλόπορτα που έτριζε σαν το άνοιγες και έμοιαζε να σε καλεί σε άλλες εποχές. Εκεί, στη μικρή αποθήκη της αυλής, ο Θεοδωράκης έστησε το πρώτο του θαύμα.
Εμπνευσμένος από τις φιγούρες του Καραγκιόζη, του θεάτρου Σκιών που είχε δει κάποτε σε ένα πανηγύρι, έπιασε τα χαρτόνια. Με χρώματα, νερό και λίγη επιμονή, άρχισε να ζωγραφίζει. Τον Καραγκιόζη, τον Χατζηαβάτη, το Κολλητήρι, τον Μπαρμπα-Γιώργο και όσους ήρωες μπορούσε να φανταστεί. Καθένας είχε κάτι από τους γείτονες, κάτι από τη ζωή γύρω τους . Ο Καραγκιόζης ήταν ο φτωχός τους πατέρας, ο Χατζηαβάτης θύμιζε τον δάσκαλο του χωριού και το Κολλητήρι δεν ήταν άλλος από τον μικρό ξάδελφο του Κώστα, που πάντα παρακολουθούσε σιωπηλός.
Το θέατρο του Θεοδωράκη δεν χρειαζόταν πολλά. Ένα παλιό σεντόνι για πανί, δύο ξύλα να το στηρίξουν και πίσω του μια μικρή λάμπα πετρελαίου. Τα χέρια του έδιναν ζωή στις φιγούρες, η φωνή του άλλαζε, έπαιζε όλους τους ρόλους και το φως έκανε τους ήρωες να χορεύουν πάνω στο λευκό πανί.
Τα παιδιά της γειτονιάς κάθονταν χάμω, με τα μάτια ορθάνοιχτα και τις καρδιές να χτυπούν δυνατά. Γελούσαν, χειροκροτούσαν, ζητούσαν επανάληψη. Και οι μεγάλοι, που έβγαιναν για λίγο στις αυλές με τα χέρια γεμάτα κουρασμένα βράδια, στέκονταν σιωπηλοί. Έβλεπαν τα παιδιά τους να ταξιδεύουν μες στη σκιά και το φως και, για λίγα λεπτά, γίνονταν κι αυτοί ξανά παιδιά. Και τότε, μπροστά στα μάτια όλων, ο Καραγκιόζης ζωντάνευε. Μιλούσε, γελούσε, φώναζε, μαλώνοντας με τον Χατζηαβάτη, κυνηγούσε τον Πασά, κορόιδευε τον Κολλητήρι. Και όλοι γελούσαν. Ακόμα κι η γιαγιά Σταυρούλα, που από τον πόλεμο είχε να γελάσει με την ψυχή της.
Εκεί, στη φτώχεια της εποχής, σε αυλές ξεχασμένες από το χρόνο, γεννιόταν η διασκέδαση . Με λίγα υλικά ,τα παιδιά έφτιαχναν έναν κόσμο δικό τους. Έναν κόσμο που δεν χωρούσε πείνα, φόβο ή στέρηση. Έναν κόσμο από σεντόνια, χαρτόνια και όνειρα.
Και ίσως, εκεί μέσα, να κρυβόταν η τέχνη της παιδικής επιμονής να κάνεις τη ζωή πιο όμορφη, με ό,τι έχεις, με ό,τι μπορείς. Να υψώνεις θέατρο μέσα στα ερείπια.
Τα απογεύματα ήταν πάντα η πιο ιερή ώρα. Τα παιδιά μάζευαν πέτρες, κουκουνάρια, σπασμένα καπάκια από βαζάκια ,όλα πολύτιμα για το παιχνίδι. Ο Χρήστος, ο Κώστας και ο Θεοδωράκης είχαν στήσει μια «βάση» κάτω από την παλιά συκιά του Ισάκ.
Η βάση δεν ήταν τίποτε άλλο από τρία τούβλα και μια ξύλινη τάβλα. Εκεί μαζεύονταν και σκάρωναν ιστορίες. Ο Χρήστος είχε φτιάξει ένα σπαθί από καλάμι, ο Κώστας είχε μια σημαία από κουρελιασμένο μαντήλι της μάνας του και ο Θεοδωράκης έφερνε πάντοτε μια καινούργια φιγούρα.
Τις Κυριακές το βράδυ, όταν οι νοικοκυρές είχαν τελειώσει το άπλωμα των ρούχων και οι πατεράδες είχαν ξαποστάσει από τις δουλειές στα χωράφια , ξεκινούσε η μεγάλη παράσταση. Το σεντόνι δανεισμένο από τη θεία Ευτυχία , η λάμπα του κυρ-Ηλία , τα καθίσματα , ό,τι υπήρχε. Ανάποδα τελάρα, κουβάδες, ακόμη και τα σκαλοπάτια του Λαμπριανίδη.
Και τότε, μπροστά στα μάτια όλων, ο Καραγκιόζης ζωντάνευε. Μιλούσε, γελούσε, φώναζε, μάλωνε με τον Χατζηαβάτη, κυνηγούσε τον Πασά, κορόιδευε το Κολλητήρι και όλοι γελούσαν. Ακόμα και η αυστηρή , η γιαγιά Άβελ Μαρία γελούσε .
Μια φορά, σε μια τέτοια παράσταση, έσκασε μύτη κι ο δάσκαλος του σχολείου ο Αλέκος , με τα χέρια δεμένα πίσω . Στάθηκε πίσω πίσω, μα στο τέλος έδωσε δυο μπισκότα στον Θεοδωράκη και του είπε : “Μπράβο , Θεοδωράκη” !
Και πέρασαν τα χρόνια . Ο παππούς Χρήστος θυμάται αυτές τις παραστάσεις . — Δεν είχαμε τίποτα, κι όμως τα είχαμε όλα… έλεγε .
Η αυλή του Χρήστου είχε γεμίσει φωνές και γέλια από τα εγγόνια του και τα παιδιά της γειτονιάς. Ο παππούς Χρήστος καθόταν στην αγαπημένη του καρέκλα και περιέγραφε στα εγγόνια του τις ιστορίες. Είχαν ακούσει για εκείνες τις «μαγικές παραστάσεις» και ήθελαν να μάθουν περισσότερα.
Αφού κάθισαν γύρω του, ο Χρήστος τους κοίταξε με μάτια γεμάτα νοσταλγία και χαμόγελο, όπως πάντα, όταν έλεγε τις ιστορίες του.
— Ε, παιδιά, θέλετε να μάθετε για εκείνα τα χρόνια, τα χρόνια του θεάτρου των σκιών, για το πώς με τον Θεοδωράκη παίζαμε τον Καραγκιόζη ; Ρώτησε.
Τα παιδιά κούνησαν καταφατικά τα κεφάλια τους και ο Χρήστος άρχισε να διηγείται.
— Εμείς, τότε, δεν είχαμε τίποτα… μα τίποτα, καταλάβατε; Μόνο τα όνειρά μας και λίγες κούκλες φτιαγμένες από παλιά πανιά και ξύλα, που τις ζωγράφιζε ο Θεοδωράκης. Όμως, δεν μας έλειπε τίποτα, γιατί ήμασταν πλούσιοι σε φαντασία.
— Εμείς τότε, παιδιά, μάθαμε να είμαστε χαρούμενοι ακόμα κι όταν οι άλλοι γύρω μας είχαν ξεχάσει τη χαρά. Και η φτώχεια μας, αντί να μας λυγίσει, μας έκανε πιο δυνατούς, γιατί είχαμε την τέχνη και τη φαντασία. Αλλά το καλύτερο απ’ όλα ήταν ότι όλοι εμείς, εκεί στη γειτονιά, ήμασταν πραγματικοί φίλοι. Και όταν έχουμε φίλους και μια ιδέα, τίποτα δεν μπορεί να μας στερήσει τη χαρά.
Όπως τότε, έτσι και τώρα, τα όνειρα και η φαντασία είναι πάντα αρκετά για να φτιάξεις έναν κόσμο καλύτερο, αρκεί να μη σταματήσεις να πιστεύεις σε αυτόν.