Το Μαυρονέρι , Ένα Ζωντανό Χωριό
Το Μαυρονέρι , το μικρό αυτό χωριό είχε ιδιαίτερη σχέση με τη γη και την φύση , που προσδιόριζε τους κατοίκους και τους καθόριζε . Σαν μια απέραντη αγκαλιά η γη , μας φιλοξενούσε και μας δίδασκε τους τρόπους της . Με το που έφτασαν στο Μαυρονέρι πρόσφυγες , κουβαλώντας στις αποσκευές τους τις πληγές της ξενιτιάς , κοίταξαν την γη με βλέμμα γεμάτο ελπίδα και φόβο . Ήξεραν πως έπρεπε να την δαμάσουν ,αλλά και να την αγαπήσουν .” Θα τα καταφέρουμε “έλεγαν . “Θα ριζώσουμε , όπως αυτά τα φυτά ” . Οι άντρες και οι γυναίκες δούλευαν πλάι – πλάι Οι παλάμες τους έγιναν σκληρές σαν το ξύλο ,αλλά οι καρδιές τους μαλάκωσαν .
” Να μας έχει ο Θεός καλά , να δώσουμε ψωμί στα παιδιά μας ” ψιθύριζε ο παππούς με το βλέμμα στραμμένο ψηλά .
Οι γυναίκες δεν έμειναν στην σκιά . Ήταν αυτές που σήκωσαν το βάρος του σπιτιού και της καθημερινότητας, την ίδια στιγμή που οι άντρες πάλευαν με τα χωράφια και τη γη . Από το πρώτο κιόλας πρωί , οι γυναίκες φόρεσαν τα μαντήλια τους , σήκωσαν τα μανίκια τους και ρίχτηκαν στην δουλειά . Σε άδεια σπίτια , με τοίχους γεμάτους ρωγμές και χωρίς παράθυρα ,έφτιαξαν εστίες ζεστές και φιλόξενες . Με κουρέλια έραψαν κουρτίνες , με ξύλα έφτιαξαν ράφια και τοποθέτησαν τα λίγα σκεύη τους με προσοχή , σαν να είχαν τεράστια αξία . Ο φούρνος έγινε η καρδιά του σπιτιού . Εκεί , κάθε ξημέρωμα , η φωτιά άναβε για να ψήσουν το ψωμί της ημέρας .
Στους στάβλους οι Μαυρονεριώτισσες ήταν κυράδες και εργάτριες μαζί . Τα χέρια τους τάιζαν τις κότες , τα πρόβατα , τις αγελάδες . Τάιζαν , καθάριζαν, άρμεγαν και ήταν και οι βοσκοί τους. Έφτιαχναν βούτυρο , τυρί , γιαούρτι , πασκιτάν .
Και γύρω τους παρεούλα είχαν τα παιδάκια τους . Τα παιδιά δεν ήταν βάρος , αλλά σύντροφοι στην δουλειά . Έτσι μεγάλωναν και μάθαιναν πως να συνεχίσουν αυτήν την αλυσίδα της ζωής .
Δεν ήταν όμως μόνο εργάτριες . Ήταν δασκάλες της ζωής . Μετέφεραν ήθη , έθιμα και ιστορίες από την πατρίδα που άφησαν πίσω . Στα παρακάθια , τα βράδια , μαζεύονταν γύρω από το φως της λάμπας και διηγούνταν ιστορίες του Πόντου , του Καυκάσου και της Τσάλκας . Ήταν αυτές οι ιστορίες που έδεσαν τους ανθρώπους του Μαυρονερίου μεταξύ τους , γιατί η μνήμη είναι πιο ισχυρή από το χώμα.
Οι αυλές τότε ήταν γεμάτες κίνηση . Οι γυναίκες έπλεναν ρούχα στις σκάφες , χτυπούσαν τα χάλια στις αυλές , καθάριζαν τα στενά σοκάκια και φρόντιζαν τις λουλουδιασμένες γλάστρες .
Στην γιορτή και στην λύπη ήταν πάλι αυτές που έμπαιναν μπροστά . Στους γάμους έφτιαχναν τα καλύτερα φαγητά , ζύμωναν πίτες και γλυκά και τραγουδούσαν τα παραδοσιακά τραγούδια τους. Στις κηδείες έσφιγγαν στην αγκαλιά τους τους πονεμένους . Ήταν οι πρώτες που δάκρυζαν, αλλά και οι πρώτες που στέγνωναν τα μάτια τους και έδιναν θάρρος στους άλλους .
Στην καρδιά αυτού του κόσμου ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά . Οι μέρες ήταν γεμάτες μόχθο αλλά και γεμάτες χαρά και γιορτή .
Στο Μαυρονέρι δεν υπήρχαν άγνωστοι . Όλοι ήξεραν ο ένας τον άλλον και κάθε πρόσωπο είχε την δική του ιστορία , τις δικές του ανησυχίες , τα δικά του όνειρα .
Οι εποχές στο αγαπημένο μας χωριό διαδέχονταν η μία την άλλη . Την Άνοιξη , το Μαυρονέρι άνθιζε σαν δέντρο . Το Καλοκαίρι , το χωριό έσφυζε από ζωή με γάμους και γιορτές και τραγούδια να ακούγονται μέχρι αργά το βράδυ . Το Φθινόπωρο η γη στρωνόταν με χρυσά φύλλα και οι άνδρες έβγαιναν στην σπορά και ο Χειμώνας με το χιόνι και τα κρύα τούς έβρισκε να κάθονται σε παρέες στα σπίτια και να διηγούνται ιστορίες. Έτσι μέσα στις τέσσερεις εποχές οι άνθρωποι του χωριού μας ζούσαν , αγαπούσαν, δημιουργούσαν .
Ακόμα και σήμερα αν ακούσεις προσεκτικά το βράδυ , μπορείς να ακούσεις τις φωνές των προγόνων μας να αντηχούν στην πλατεία , στα γέλια ,στις συζητήσεις .
Περπατώντας στους δρόμους του χωριού νομίζεις πως όλα σε φωνάζουν να θυμηθείς . Τα μονοπάτια , οι αυλές με τις μάντρες , οι φθαρμένες πόρτες των κλειστών σπιτιών . Νιώθεις πως ανά πάσα στιγμή θα συναντήσεις τους προγόνους σου . Ίσως τον παππού σου να περνάει με το αλογόκαρο και να σε χαιρετάει με τα δεμάτια από τα στάχυα . Ίσως την γιαγιά σου σκυμμένη στην αυλή να ξεδιαλέγει φασόλια μα την υπομονή της γενιάς εκείνης . Μπορεί να δεις τις γειτόνισσες με τις στάμνες στον ώμο από την κεντρική βρύση του χωριού. Μπορεί να δεις τα παιδιά , τους φίλους σου να τρέχουν παίζοντας αυτοσχέδια παιχνίδια .
Το χώμα και οι πέτρες που πατάς καθώς περπατάς έχουν δει περισσότερα από όσα μπορείς να φανταστείς . Εδώ ακούστηκαν γέλια, εδώ έτρεξαν δάκρυα σε αποχαιρετισμούς.
Εδώ καταλαβαίνεις πως οι πρόγονοί σου δεν έφυγαν ποτέ . Είναι εδώ . Στα δέντρα που φύτεψαν , στο χώμα που πάτησαν , στην σκόνη του αέρα, σε κάθε ανάσα του ανέμου που φυσά από τα βουνά . Δεν βλέπεις τις μορφές τους ,αλλά τους νοιώθεις . Περπατάς και δεν νιώθεις μόνος . Γιατί σε αυτούς τους δρόμους δεν περπατάς ποτέ μόνος .
Έτσι το Μαυρονέρι είναι πάντα ζωντανό στην καρδιά αυτών που το αγάπησαν , για πάντα συνδεδεμένο με τις ρίζες του και το φως του .