Το Ναχίρ στο Μαυρονέρι

Το Ναχίρ στο Μαυρονέρι

Το Μαυρονέρι  , ένας τόπος που ανέπνεε με τον παλμό της φύσης, είχε την δική του καθημερινότητα, όπου τα ζώα κατείχαν κεντρική θέση στην ζωή των κατοίκων.  Οι αυλές στο χωριό ήταν γεμάτες με   μεγάλα ζώα για το γάλα κυρίως . Τα μεγάλα ζώα ήταν αγελάδες και βουβάλια και δεν τα έσφαζαν για το κρέας τους γιατί τα αναπαρήγαγαν για το γάλα τους . Για το κρέας είχαν στην αυλή πάπιες , χήνες ,  κότες , κουνέλια  και  κάποιοι είχαν πρόβατα.

Όλη   η φροντίδα της Μαυρονεριώτισσας  νοικοκυράς  ήταν τα ζώα . Να τα ταΐζει , να καθαρίζει το μαντρί , να τα βοσκήσει και να τα αρμέξει .  Ήταν κουραστική δουλειά ,αλλά απαραίτητη για την επιβίωση της οικογένειας .

Το πρωί όλα τα ζώα , τις  αγελάδες και λίγα πρόβατα τα  έβγαζαν στον κεντρικό  τον δρόμο  και αυτό το έλεγαν “ναχίρ”. Ναχίρ , ήταν τουρκική λέξη που σημαίνει η συγκέντρωση των ζώων σε αγέλη .  Αυτός ο όρος ήταν μια ολόκληρη διαδικασία , μια τελετουργία της καθημερινής ζωής .

Τα ζώα τα οδηγούσε ο Κυριάκος ο Ιγνατιάδης με το παρατσούκλι Φωνιάζος, αργότερα ο Χατζηκίδης ο Στέφανος με τον Ταμουτσίδη τον Ηλία  γνωστό ως Τίλα , έξω από το χωριό προς την Ζωοδόχο Πηγή και βοσκούσαν με πράσινο χορτάρι , ανάμεσα στις καλαμιές .  Έβρισκαν έξω από το χωριό την Σολτάρα , το πέρασμα ανάμεσα από τα χωράφια και πήγαιναν στην Ζωοδόχο Πηγή . 

Ο Φωνιάζος ,που το παρατσούκλι του βγήκε από το φωνάζω και  φωνιάζω , είχε ένα κέρατο που το χρησιμοποιούσε σαν σάλπιγγα και με αυτό φώναζε για να μαζευτούν τα ζώα .  Η φωνή του αντηχούσε στις ρεματιές και τα ζώα υπάκουαν στο γνώριμο κάλεσμα .

Εκεί στην  Ζωοδόχο Πηγή ήταν και η βρύση με δύο γούρνες που έπιναν τα ζώα νερό και ξεκουράζονταν το μεσημέρι.   Το νερό  ήταν συνεχώς τρεχούμενο και δεν γνώριζαν την νερομάνα. Όπου όμως χυνόταν έδινε οάσεις δροσιάς και βλάστησης.  Ήταν ένα μικρό θαύμα της φύσης.

 Δύσκολη δουλειά των συγχωριανών μας που μέσα στο λιοπύρι πρόσεχαν τα ζώα μας . Ήλιος , σκόνη , χώμα και ιδρώτας  τούς κατάκαιγαν το πρόσωπο  και σκάβονταν βαθιές ρυτίδες .

  Στην βοσκή οι χωριανοί μας έτυχε να ξεγεννήσουν κάποια αγελάδα και να φέρουν στους ώμους τους το νεογέννητο μοσχαράκι!  Η ζωή έβρισκε τον δρόμο της ,ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες.

Το απόγευμα όταν  έπεφτε ο ήλιος έπαιρναν τον δρόμο του γυρισμού με το κοπάδι και άφηναν τις αγελάδες έξω από το χωριό .Αυτό που εντυπωσίαζε ήταν ότι κάθε αγελάδα γνώριζε το σπίτι που ανήκε και πήγαινε μόνη της .Έτσι είχαν απαλλαχθεί οι κάτοικοι από την δύσκολη αυτή εργασία .

Στην Ζωοδόχο Πηγή που  ξεκουράζονταν τα ζώα είχε πολλές κοπριές και οι γυναίκες του χωριού πήγαιναν και εκεί αφού τις ανακάτευαν με άχυρο έφτιαχναν τα λεγόμενα “κουσκούρια “.  Από  κοπριά και άχυρο πλασμένο σε στρογγυλό σχήμα ,το άφηναν στο χώμα και με τον ήλιο ξεραινόταν. Μετά το έπαιρναν και το αποθήκευαν στις αχυρώνες τους για να το χρησιμοποιήσουν για καύσιμη ύλη . Κουσκούρια έφτιαχναν και στις αυλές τους από τις κοπριές των ζώων που τις κολλούσαν  στους πλίθινους τοίχους  της αποθήκης για να ξεραθούν . Έτσι εξασφάλιζαν την ζεστασιά του χειμώνα. Πόση ζεστασιά απολαύσαμε από τις χειροποίητες  όρθιες σόμπες , όταν τις γέμιζαν με κουσκούρια .  Εκεί πάνω οι  μάνες μας και οι γιαγιάδες μας ζέσταναν το γάλα για το πρωϊνό μας , μαγείρεψαν το φαγητό μας και ετοίμασαν το τσσάι .

Άναβαν και πύρωναν οι  σόμπες και μάς έδιναν την γλυκιά ζέστη τους . Γύρω από αυτές τις σόμπες με τα κουσκούρια να παίρνουν φωτιά στην κυριολεξία έγιναν τα καλύτερα παρακάθια και  μουχαμπέτια στο Μαυρονέρι .

Και  δεν πετούσαν τίποτε. Όλα ήταν χρήσιμα στην μικρή κοινωνία μας και όλα ήταν απαραίτητα στα πλαίσια της οικιακής οικονομίας . Αυτή η κυκλική οικονομία με κέντρο το ναχίρ , ήταν ένα μάθημα αυτάρκειας. Και οι άνθρωποι που οδηγούσαν τα ζώα στην βοσκή  φύλαγαν την αγέλη σαν πολύτιμο θησαυρό γιατί  η δουλειά  τους ήταν  ευθύνη , φροντίδα και τιμή .

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή