Το Πηγάδι της Μνήμης  

Το Πηγάδι της Μνήμης  

Στην αυλή του Αδάμ Παπαδόπουλου, στέκει ακόμα το μεγάλο πηγάδι σαν σιωπηλός μάρτυρας μιας άλλης εποχής. Σαν να περιμένει καρτερικά το χέρι που θα κατεβάσει ξανά το σκοινί.  

Χτισμένο από πέτρες παλιές, στοιχισμένες προσεχτικά από ανθρώπους που ήξεραν πως εκεί μέσα κρυβόταν η ελπίδα, το νερό που θα έφερνε ζωή. Κάποτε, εκεί σκύβανε οι άνθρωποι με τον κουβά στο χέρι και την ανάγκη στην καρδιά. Το νερό που έβγαινε, δροσερό και καθαρό, γέμιζε τα δοχεία, τις στάμνες και τις καρδιές. 

Στο πηγάδι κοντά, η γιαγιά Χριστίνα έβγαζε νερό με τον κουβά κι η νύφη της, η Μέλη, γέμιζε τις στάμνες με δροσερό νερό. Η Σουσάνα περίμενε υπομονετικά, διψασμένη, να δοκιμάσει το γλυκό νερό που ξεχείλιζε από τις στάμνες. Δίπλα της, η Βασίλω του Περχάν κοιτούσε με λαχτάρα την κυρά Χριστίνα να γεμίζει κι εκείνη τα σταμνιά της. Κι έτσι, το πηγάδι γινόταν το σημείο συνάντησης και δροσιάς για όλες τους. 

Οι πρόσφυγες, όταν ήρθαν στο Μαυρονέρι, κάποια πηγάδια τα βρήκαν να τους περιμένουν, ανοιχτά σαν αγκαλιά και ήταν ευλογία. Άλλα τα έχτισαν με τα δικά τους χέρια, σκαλί-σκαλί, πέτρα-πέτρα, σμιλεύοντας στο χώμα την ελπίδα τους για ζωή. Γιατί το νερό ήταν το πρώτο που χρειαζόταν το σπίτι, πριν από το ψωμί και τη στέγη. Χωρίς αυτό, τίποτα δεν ρίζωνε. 

Το νερό ήταν το πρώτο τους μέλημα, χωρίς αυτό, το βιός δεν είχε ρίζες. Έπρεπε να μαγειρέψουν, να ποτίσουν τα ζώα που κουβαλούσαν κι αυτά τον δικό τους καημό, να δώσουν στους μπαχτσέδες τους ανάσα δροσιάς. 

Πόσα βλέμματα δεν καθρεφτίστηκαν σ’ εκείνον τον μαύρο καθρέφτη; 

Πόσα παιδιά δεν έμαθαν να τραβούν το σκοινί και να γελούν όταν ο κουβάς έβγαινε γεμάτος; Η ζωή κυλούσε, όπως το νερό που έπεφτε  σταγόνα-σταγόνα στις πέτρινες λεκάνες. 

Το πηγάδι του Αδάμ, λένε οι παλιοί, τραγουδούσε τα βράδια. Όταν έσκυβε κανείς πάνω του, άκουγε τους ψιθύρους της γης, αναμνήσεις παλιές, φωνές ξεριζωμένων που βρήκαν εκεί μέσα μια στάλα παρηγοριάς. 

Τα καλοκαίρια, γύρω απ’ το πηγάδι στήνονταν μικρές γιορτές, ένα τραγούδι, μια ιστορία, ένα παραμύθι για τις πατρίδες που χάθηκαν. Το πηγάδι του Αδάμ έμοιαζε να τα ακούει όλα. Κι όταν το φεγγάρι ανέβαινε στον ουρανό, οι γυναίκες έπλεναν τα μαντήλια τους κι έλεγαν πως το νερό εκείνο είχε μνήμη. Θυμόταν τον ιδρώτα και τον μόχθο, θυμόταν τις πρώτες ανάσες της καινούριας ζωής. 

Μα σαν ήρθε η κεντρική υδροδότηση στο χωριό, τα πηγάδια έμειναν πίσω. Ξεχάστηκαν σιγά-σιγά, σαν τραγούδι που σταμάτησε να το τραγουδούν. 

Η βρύση στην κουζίνα έδινε πια το νερό, καθαρό και αστείρευτο, χωρίς να χρειάζεται σκοινί και κουβά. Τα παιδιά που έτρεχαν γύρω από το πηγάδι μεγάλωσαν και  οι άνθρωποι το άφησαν να κοιμάται, ήσυχο και σχεδόν ξεχασμένο. 

Το πηγάδι του Αδάμ, άλλοτε πηγή ζωής, τώρα στέκει ήσυχο και μοναχικό. Όμως όποιος πλησιάσει, όποιος αγγίξει την πέτρα του, νιώθει ακόμα το βάρος του χρόνου. Το παλιό νερό μπορεί να στέρεψε, μα το πηγάδι φυλάει τις μνήμες σαν πολύτιμο θησαυρό. Κι έτσι μένει. 

Δεν έπαψε να υπάρχει. Στέκει εκεί, στην αυλή που γεμίζει ήχους τα καλοκαίρια και σιωπές το χειμώνα, φρουρός μιας εποχής που έσβησε αλλά δεν χάθηκε. Οι πέτρες του κρατούν ακόμα τη δροσιά και τη νοσταλγία, τη γεύση του νερού που έδινε ζωή και ξέπλενε τον πόνο. 

Αν τύχει κανείς να πλησιάσει, να σκύψει πάνω από το στόμιο και να αφουγκραστεί, ίσως ακούσει ακόμα τη φωνή του. Ίσως να δει εκεί, στον μαύρο καθρέφτη του, τα πρόσωπα που σκύβανε κάποτε γεμάτα ελπίδα, τα χέρια που άφησαν πίσω τους ρίζες, για να ριζώσουν ξανά. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή