Το Πρώτο Κάρο
Ήταν άνοιξη του ’37, όταν ο τόπος άρχισε να μαθαίνει πως θα έχτιζαν νοσοκομείο. Όχι απ’ αυτά τα μικρά, τα πρόχειρα, που ίσα να περιποιούνται τις πληγές των πολέμων και των αρρώστων. Ένα κανονικό, μεγάλο, με γιατρούς, θαλάμους, χειρουργεία , φάρμακα , ένα στολίδι για το Κιλκίς.
Και σαν βγήκε ο νόμος περί αγγαρείας, δεν το πήραν για αγγαρεία οι άνθρωποι. Ήταν ο Μεταξάς τότε στην εξουσία και ήθελε έργα. Ο νόμος περί αγγαρείας έλεγε πως κάθε κοινότητα θα έπρεπε να βοηθήσει. Αλλά στο χωριό δεν το πήραν σαν υποχρέωση, το πήραν σαν τιμή. Σαν κάλεσμα το πήραν. Έβγαλαν τα κάρα τους , ξεσκόνισαν τα σαμάρια, φόρεσαν τραγιάσκες, έδεσαν τα ζώα. Κι ανηφόρισαν στον Άγιο Γεώργιο του Κιλκίς
Λένε πως το πρώτο κάρο που κύλησε στον δρόμο για το θεμέλιο, ήταν του Σολομώντα , του Σόλωνα Καλτσίδη. Με τα χέρια του, με τα μπράτσα , γέμισαν το ξύλινο αμάξι με πέτρα βαριά, ξεκομμένη από το βράχο. Στο πλάι του, ο Θεόδωρος Θεοδωρίδης, ο Πολυχρόνης Παπαδόπουλος, ο Δημήτρης Καλτσίδης, ο Γιάννης Γεωργιάδης. Ένας – ένας, κι όλοι μαζί.
Ο λόφος του Αγίου Γεωργίου είχε καλής ποιότητας πέτρα. Την έσπαγαν με κασμάδες, τη φόρτωναν με τον ιδρώτα τους και την κατέβαζαν στο σημείο όπου είχαν ορίσει να μπουν τα θεμέλια του νοσοκομείου.
Έτριζαν τα κάρα στον κατήφορο. Σταμάταγαν να ξεκουράσουν το ζωντανό. Σκούπιζαν τον ιδρώτα τους με το μαντήλι, έπιαναν μια πέτρα, την κοίταζαν καλά , σα να ήξεραν πως σ’ αυτήν θα ακουμπήσει μια μέρα η ανάσα του τόπου. «Δικό μας θα είναι», έλεγαν στις αυλές οι άντρες κι οι γυναίκες τούς έβαζαν ένα κομμάτι ψωμί στο μαντίλι και τους σταύρωναν στο κατώφλι.
Ένα μεσημέρι, καθώς ξεκουράζονταν στη ρίζα μιας βελανιδιάς, ο Γιάννης Γεωργιάδης είπε:
«Ξέρετε τι χτίζουμε, ε; Φωνές θα ακουστούν εδώ μέσα. Φωνές μανάδων που θα γεννούν, φωνές αρρώστων που θα λυτρωθούν, φωνές γιατρών που θα δίνουν ελπίδα. Όλο αυτό θα είναι και λίγο δικό μας».
Δύο χρόνια κράτησε το πήγαινε-έλα. Πέτρα την πέτρα, όνειρο το όνειρο. Κι όταν το νοσοκομείο άνοιξε τις πόρτες του και ήρθε ο ίδιος ο Μεταξάς να το καμαρώσει, λίγοι θυμήθηκαν πως το πρώτο θεμέλιο δεν το έβαλαν οι υπουργοί , το κουβάλησαν εκείνοι οι ανώνυμοι με τα κάρα.
Στα γεράματά του, ο Σόλωνας περνούσε καμιά φορά από το νοσοκομείο. Δεν μιλούσε πολύ. Στεκόταν λίγο στο πεζούλι, κοιτούσε τους τοίχους και ύστερα έφευγε. Κάποτε, μια νοσοκόμα τον ρώτησε:
«Παππού, σας περιμένει κανείς;»
Κι εκείνος, χωρίς να την κοιτάξει, απάντησε:
«Εγώ ήμουν εδώ από πριν έρθουν όλοι»
Έτσι , τότε, οι Μαυρονεριώτες άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στο πιο ζωτικό έργο της περιοχής τους.