Το Ρίξιμο του Μολυβιού – Η Θεία Σόφη και το Ξόρκι του Φόβου 

Το Ρίξιμο του Μολυβιού – Η Θεία Σόφη και το Ξόρκι του Φόβου 

Στο Μαυρονέρι, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν γιατρούς της ψυχής, αλλά γιαγιάδες και θείες που ήξεραν να ακούν τον αναστεναγμό πίσω από τα λόγια, υπήρχε ένα παλιό, ιερό σχεδόν, τελετουργικό , το ρίξιμο του μολυβιού. 

Ήταν η θεία μας,  η Σόφη , που το ήξερε καλά. Το είχε μάθει από τις παλιές γυναίκες του χωριού, εκείνες που φορούσαν πάντα μαύρα και σταυρώναν την πόρτα τους κάθε σούρουπο. Της είχαν εμπιστευτεί το μυστικό, όχι γραμμένο, μα περασμένο από στόμα σε στόμα, όπως γίνονταν παλιά τα σπουδαία. 

Όταν κάποιος είχε φόβο βαθύ, στενοχώρια δίχως όνομα ή εφιάλτες που δεν έφευγαν με λόγια, τον πήγαιναν στη Σόφη. Εκείνη έβγαζε το παλιό κατσαρολάκι, τοποθετούσε μέσα το μολύβι , σφαίρες, λέγαν κάποιοι πως ήταν παλιές  και το έλιωνε πάνω στη φωτιά. Το κρατούσε ψηλά , ψιθυρίζοντας λέξεις που έμοιαζαν με προσευχή κι ευχή μαζί κι ύστερα το έχυνε μέσα σε ένα μπρίκι με κρύο νερό. 

Το μολύβι πάγωνε αμέσως και έπαιρνε σχήματα. Δεν ήταν όμως απλώς υλικό , ήταν καθρέφτης. Εκεί μέσα φανερώνονταν τα βάρη της ψυχής,  τραπέζι με ξένους ανθρώπους, εκκλησία μισοσκότεινη, φέρετρο με κόσμο γύρω. Κάποιοι έβλεπαν φίδι, άλλοι σταυρό, κι άλλοι μονάχα σκιές. 

Εμένα, με πήγαν μικρό παιδί. «Να σε ρίξει μολύβι η θεία Σόφη», είπαν. Δεν είχα λόγια τότε, να πω πως κάτι μέσα μου τριζοβολούσε, πως φοβόμουν το θάνατο σαν να ήταν πίσω από κάθε πόρτα. Μας είχε φύγει αγαπημένος άνθρωπος  και η σκιά του φώλιαζε στον ύπνο και στη σιωπή μου. 

Το μολύβι έπεσε στο νερό και πήρε σχήμα. Η θεία το κοίταξε και σάστισε. «Είναι σαν φέρετρο», είπε. Κι ύστερα δε μίλησε άλλο. Με πήρε απαλά και με έβαλε κάτω από την εικόνα του Χριστού. Άναψε το καντηλάκι, με σταύρωσε το μέτωπο και ψιθύρισε ευχές παλιές, σαν να ‘βγαιναν από άλλη γλώσσα , αυτή που μιλούσε η καρδιά. 

Όταν σηκώθηκα, κάτι είχε φύγει. Σαν να ‘χα αφήσει πίσω μου το βάρος. Δεν ήξερα αν ήταν μαγεία ή προσευχή ή κι απλώς το βλέμμα της θείας που πίστευε τόσο πολύ στο καλό, που έκανε και το κακό να υποχωρεί. 

Έτσι ήταν στο Μαυρονέρι. Εκεί που ο φόβος δε λεγόταν φωναχτά, αλλά τον ξόρκιζαν με μολύβι, προσευχή κι αγάπη. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή