Το Σάλι της Ορφάνιας
Ήταν μια μέρα σκοτεινή όταν ο Κοσμάς, στρατιώτης στην Αλβανία , έλαβε το μήνυμα . Να επιστρέψει στο σπίτι του στο Μαυρονέρι . Τρία ορφανά τον περιμένουν .
Η γυναίκα του η Όλγα μετά την γέννα του τέταρτου παιδιού τους έχασε την ζωή της μαζί με αυτό .Οι μαμές του χωριού βοήθησαν όσο μπορούσαν αλλά η Όλγα είχε μεγάλη αιμορραγία και δεν μπόρεσε να γεννήσει . Έτσι η Όλγα χάθηκε αφού έχασε τόσο αίμα, ζωτικό υγρό για το παιδί της και για εκείνη . Η Όλγα ήρθε στο Μαυρονέρι νύφη από το Μεσαίο Αποστολάρ και παντρεύτηκε με τον Κοσμά . Απέκτησαν δύο αγόρια και ένα κορίτσι . Στην προσπάθεια για την απόκτηση και του τέταρτου παιδιού τους συνέβη αυτό το τραγικό γεγονός. Τα παιδιά ήταν πολύ μικρά . Ήταν ο Γιώργος , ο Παύλος και η Ευμορφίλη . Τα τρία παιδιά γνώρισαν την ορφάνια και ζούσαν με τον θλιμμένο πατέρα τους. Παππούδες και γιαγιάδες δεν υπήρχαν από την μεριά του Κοσμά που ήρθε το 1922 στο χωριό μας Μαυρονέρι μόνος με τα δύο αδέλφια του . Τα παιδιά ήταν πολύ μικρά ! Η Ευμορφίλη ήταν ενός έτους .Η ορφάνια ήταν μια λέξη που ποτέ δεν είχε χρειαστεί να καταλάβουν τα παιδιά ,αλλά αυτή στάθηκε σαν πέτρα στο κέντρο της καρδιάς όλων .
Κάποιοι συγγενείς βοήθησαν . Ο θείος Ιωσήφ , ο γνωστός Γιέσος , ο μπαμπάς της Ευλαμπίας στο Μαυρονέρι βοηθούσε, αλλά το μικρό παιδί έπρεπε να το φροντίσει μια οικογένεια . Γι’ αυτό ο Κοσμάς, πήρε με το κάρο την μικρή Ευμορφίλη και την πήγε στο Μεσαίο Αποστολάρ, όπου έμεναν οι θείοι της Όλγας ο Γιώνκας και η γυναίκα του η Άννα . Εκεί την κράτησαν και την περιποιόταν πολύ και ζούσε σαν μια μικρή βασίλισσα . Η Ευλαμπία , η κόρη του Γιώνγκα, που ζούσε στο Μεσαίο χήρεψε και γύρισε στους γονείς της .Η Ευλαμπία ήταν μοδίστρα και έραβε τα καλύτερα φορεματάκια για την μικρή Μορφίλη.Την αγαπούσε σαν δικό της παιδί . Περνούσε ο καιρός για την μικρούλα που έγινε έξι χρόνων και ζούσε μέσα σε αγάπη και στοργή . Ο μπαμπάς της ο Κοσμάς την επισκεπτόταν συχνά και έκλαιγε πάντα .
Στην τελευταία επίσκεψή του είπε στον Γιώνγκα πως θέλει να πάρει το παιδί σπίτι του για να μεγαλώσει με τα αδέλφια της , τον Γιώργο και τον Παύλο . Οι συγγενείς τους συμφώνησαν και μιά μέρα ήρθαν στο χωριό Μεσαίο τα αδελφάκια τής Μορφίλης να την πάρουν . Έτσι με τον μπόγο στον ώμο τα αδέλφια της και η ίδια με τα τσόκαρα στα χέρια πήραν τον δρόμο για το Μαυρονέρι . Ο δρόμος τότε ήταν χωραφόδρομος, ευθεία από την εκκλησία της Παναγίας του Αποστολαρίου και έβγαινε στο Μαυρονέρι . Κοντά στο χωράφι του Σιδερίδη είχε μια βρύση και κάθισαν τα τρία αδελφάκια να πιουν νερό και να ξεκουραστούν .Η απόσταση γι’ αυτά τα μικρά ποδαράκια ήταν μεγάλη .
Η Μορφίλη περπατούσε ξυπόλητη για να μην λερώσει τα καινούργια της τσόκαρα που τα κρατούσε στην αγκαλιά της .Αφού ξεκουράστηκαν και πήραν μια ανάσα συνέχισαν τον δρόμο για το Μαυρονέρι και έφτασαν στο σπίτι τους . Εκεί τους περίμενε ο μπαμπάς τους ο Κοσμάς με αγωνία και αγκάλιασε την μικρή Μορφίλη κλαίγοντας .
Πέρασε η ώρα και η Μορφίλη θυμήθηκε τα “αφόρεγα ” (αφόρετα), καινούργια της τσόκαρα . Έψαξε να τα βρει και άρχισε να κλαίει για αυτά και ο αδελφός της ο Γιώργος πήγε στην βρύση που τα ξέχασε , αλλά δυστυχώς δεν τα βρήκε.
Η Μορφίλη ζούσε στο σπιτικό της με τα αδέλφια της και επειδή ήταν πολύ μικρούλα ένοιωθε τον θάνατο τα πρώτα χρόνια της ζωής της σαν κάτι μη πραγματικό . Βέβαια ήταν ορφανή όπως και αυτά και τους έλειπε το κατάλληλο φυσικό θερμοκήπιο για να αναπτυχθούν .
Ήρθαν στην ζωή με ελπίδα και αισιοδοξία , γεμάτα ζωή και ξαφνικά ανατράπηκαν όλα ! Ο μπαμπάς τους ζούσε σε δύσκολα χρόνια με στερήσεις και ανέχεια . Κάποια ξαδέλφη του φρόντιζε για τα παιδιά αλλά τίποτε δεν μπορούσε να αναπληρώσει το κενό που δημιούργησε ο χαμός της μάνας με τον θάνατό της . Αυτά τα παιδιά δεν θα είχαν την ίδια δεύτερη μάνα και έχασαν το αποκούμπι τους , το ασφαλές λιμάνι τους , την σανίδα σωτηρίας τους , την γλυκιά αγκαλιά της μάνας .
Μετά από ένα χρόνο που γύρισε η Μορφίλη στο πατρικό της από το χωριό Μεσαίο των θείων της βρέθηκε μια καλή γυναίκα από ένα διπλανό χωριό για να γίνει η γυναίκα του Κοσμά και η μάνα των παιδιών του , η Μαρία . Η Μαρία φρόντιζε με περισσή αγάπη τα τρία ορφανά και τα περιποιόταν . Προσπαθούσε να ανακουφίσει τον πόνο τους , την θλίψη τους και την ορφάνια τους. Δεν μπορούσε να αντικαταστήσει την μάνα αλλά η ύπαρξή της ήταν βάλσαμο για τα παιδιά .
Ένα πρωινό, τα πέτρινα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου Διχασμού και Σπαραγμού, ο Μαυρονεριώτης Αντίκας με τα άλογά του και το κάρο του έκανε το συνηθισμένο δρομολόγιο για την πόλη του Κιλκίς . Οι επιβάτες πήγαιναν να προμηθευτούν τα απαραίτητα που δεν υπήρχαν τότε στο χωριό μας . Οι ενδιαφερόμενοι ήταν πολλοί και ο αγωγιάτης έβαλε και παραπέτα τα λεγόμενα ποτσίκια , ξύλα στο κάρο .
Δύο χωριανοί μας δεν πήγαν γιατί δεν χωρούσαν και έμειναν με άλλο δρομολόγιο . Το κάρο κίνησε με τους επιβάτες του και τα προϊόντα τους που θα πουλούσαν στην πόλη για να αγοράσουν ό,τι χρειάζονταν .
Ο Κοσμάς με την γυναίκα του την Μαρία κάθονταν στο μέρος πάνω από τις πίσω ρόδες του κάρου και κρατούσαν το κριάρι ( αρσενικό πρόβατο ) που θα πουλούσαν και το πιθάρι με το βούτυρο που έκανε η Μαρία .
Η Μαρία πριν ξεκινήσουν άφησε λίγο βούτυρο με ψωμί πάνω στο τραπέζι του σπιτιού και έδωσε οδηγία στα παιδιά να φάνε .
Η εφτάχρονη Μορφίλη ένοιωθε την ευθύνη που είχε για να προσέχει το σπίτι τους και άρχισε να συμμαζέψει το σπίτι σαν μικρή νοικοκυρούλα. Σκούπιζε την χωμάτινη αυλή και χαιρόταν που θα γυρίσουν οι γονείς της από την πόλη και θα την επαινέσουν για την νοικοκυροσύνη της .
Εκεί που έκανε αυτές τις σκέψεις ένας δυνατός θόρυβος αναστάτωσε το χωριό .Λίγο έξω από το χωριό στο δρόμο για την πόλη του Κιλκίς το κάρο έπεσε σε νάρκη και ανατινάχθηκε . Ανθρώπων έργα . Ανθρώπων εγκλήματα .
Σκοτώθηκαν πολλοί από το χωριό μας και κάποιοι τραυματίστηκαν .Η τοποθέτηση της νάρκης δεν εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό . Ήταν έγκλημα για να χαθούν αθώες ψυχές και άμαχοι .
Η ισχυρή έκρηξη της νάρκης και η ανατίναξη του κάρου έξω από το χωριό μας με τους χωριανούς μας πήρε άνδρες , γυναίκες και τον Κοσμά με την γυναίκα του Μαρία .
Η Μορφίλη και τα αδελφάκια της γίνονταν και πάλι ορφανά . Ο χωροφύλακας έφερε το κακό μαντάτο στο σπίτι τους .Δεύτερη ορφάνια . Δεύτερη φορά ανατράπηκε ο κόσμος τους και χάθηκε η ασφάλεια , η σιγουριά και η σταθερότητα που ένοιωθαν με τους γονείς τους .
Πόνος , θλίψη , απογοήτευση , τραυματισμένες παιδικές ψυχούλες με πολλά προβλήματα που συσσωρεύτηκαν στην παιδική τους καρδιά . Ποιος να μπορέσει να νιώσει το υπόλοιπο της ζωής τους μέχρι να ορθοποδήσουν .Μέχρι να νοιώσουν τον κόσμο έζησαν τρεις μεγάλες απώλειες και δεν είχαν αποκούμπι και παρηγοριά . Ανυπόφορη η ζωή χωρίς γονείς με μοναξιά και εγκατάλειψη .Δύσκολη η κατάσταση της ορφάνιας , ένας χειμώνας που δεν τελειώνει ποτέ. Ακόμα και όταν έρχεται η άνοιξη , το κρύο της παραμένει κρυμμένο βαθιά στην ψυχή .
Μέσα σε έναν ομαδικό τάφο στο Μαυρονέρι θάφτηκαν τα όνειρα των ανθρώπων που χάθηκαν και τα όνειρα αυτών που έμειναν πίσω .
Μόνο το κόκκινο σάλι της Μαρίας παραδόθηκε στην μικρή Μορφίλη. Κόκκινο σαν το αίμα , σαν το αίμα των ανθρώπων που χάθηκαν στη νάρκη ,σαν το αίμα της μάνας της στην γέννα . Αυτό το σάλι το τυλιγόταν πάντα γύρω της και ένοιωθε μια ανείπωτη ζεστασιά.
Πέρασαν τα χρόνια και η μικρή Μορφίλη παντρεύτηκε στα δεκάξι της χρόνια και έκανε την οικογένειά της με τρία παιδιά . Στάθηκε στα πόδια της και στήριξε οικογένεια με σύζυγο , παιδιά και πεθερικά με ανέχεια και δυσκολίες ,εργάστηκε πολύ και πρόκοψε
Τα δύο αδέλφια της έφτιαξαν τις οικογένειές τους και πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς για καλυτέρευση της ζωής τους . Και πρόκοψαν και αυτά .Αλλά η πληγή και η πικρία ήταν πάντα μέσα στις καρδιές τους για την τριπλή απώλεια των αγαπημένων τους .
Η ιστορία της Μορφίλης και των αδελφών της αποτελεί μια υπενθύμιση της ανθεκτικότητας του ανθρώπινου πνεύματος και της ψυχής όλων όσων χάθηκαν εκείνη την μαύρη μέρα στο Μαυρονέρι και δεν ήταν θέλημα Θεού αλλά πράξη ανθρώπων .