Το Σπίτι που Αντιστέκεται στον Χρόνο  στο Μαυρονέρι  

Το Σπίτι που Αντιστέκεται στον Χρόνο  στο Μαυρονέρι  

Στην άκρη του χωριού, εκεί που τα μονοπάτια χάνονται μέσα στα χορτάρια και οι αναμνήσεις σβήνουν σαν ξεχασμένα ίχνη, στέκει ακόμη το σπίτι της οικογένειας Χασεκίδη. Μια σκιερή φιγούρα του παρελθόντος, παραδομένη στη φθορά του χρόνου, αλλά γεμάτη από τις ψιθυριστές ιστορίες εκείνων που κάποτε γέμιζαν τους τοίχους του με φωνές, γέλια και πόνους. 

Το σπίτι, φτιαγμένο από πλιθιά και ξύλο, είναι τώρα ένα ερείπιο. Οι τοίχοι του έχουν ρωγμές σαν ρυτίδες γερασμένου προσώπου, και η σκεπή του έχει παραδοθεί στις επιδρομές του καιρού. Τα παραθυρόφυλλα, άλλοτε χρωματισμένα και φωτεινά, κρέμονται τώρα σαπισμένα, σαν κουρασμένα βλέφαρα που δεν μπορούν πια να κρατήσουν μακριά το σκοτάδι. 

Ήταν το πρώτο καταφύγιο της οικογένειας όταν έφτασαν από την μακρινή Γκιόλα  του Καυκάσου  γεμάτοι ελπίδες και μνήμες από την πατρίδα που άφησαν πίσω. Εκεί γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν. Ο Ιορδάνης Χασεκίδης έφτασε σε αυτό το μέρος κουβαλώντας τον πόνο της χηρείας και την μικρή  κόρη του την Θυμία, αγκαλιά . Ώσπου ήρθε η Αλεξάνδρα Πουρσανίδη . Με την δική της ιστορία, τα δικά της βάρη . Χήρα κι εκείνη ,με την Συμέλα από κοντά, μπήκε στην ζωή του Ιορδάνη. Το σπίτι γέμισε  ξανά φωνές . Οι δύο κόρες , η Θυμία και η Συμέλα , έγιναν σαν αδελφές ,πλέκοντας τα όνειρά τους κάτω από την χαμηλή σκεπή , ενώ ο Ιορδάνης και η Αλεξάνδρα πάλευαν να ενώσουν τις ραγισμένες τους ζωές . Μέσα στους τοίχους αυτού του σπιτιού γεννήθηκαν και άλλα παιδιά , η Λίζα , ο Ανέστης και ένα αγόρι που δεν πρόλαβε να ζήσει .  

 Ο Ιορδάνης ,η Θυμία ,  η Αλεξάνδρα, η Συμέλα   Λίζα, ο Ανέστης , όλοι πέρασαν από τούτο το σπίτι, αφήνοντας τα ίχνη τους. Οι τοίχοι θυμούνται ακόμα τις αγωνίες της πρώτης εγκατάστασης, τα κλάματα των παιδιών, τα γλέντια και τις σιωπές της μοναξιάς. 

Τα χρόνια πέρασαν και το σπίτι γέρασε μαζί με τους ανθρώπους του. Ο Ιορδάνης και η Αλεξάνδρα έφυγαν ,αφήνοντας έναν χώρο που μιλούσε μόνο για εκείνους . Τα παιδιά τους ,μεγάλοι πια , έχτισαν ένα καινούργιο σπίτι.Μα το παλιό δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ εντελώς. Παρότι οι τοίχοι ράγισαν και η σκεπή βούλιαξε , το πνεύμα της οικογένειας εξακολουθεί να υπάρχει εκεί , πεισματικά ριζωμένο .  

Τώρα όμως, το παλιό σπίτι παραμένει βουβό. Έχει γίνει μάρτυρας της εγκατάλειψης, ένα πείσμα απέναντι στη λήθη. Τα νέα σπίτια γύρω του, πιο φωτεινά και γεμάτα ζωή, μοιάζουν να το επισκιάζουν. Μα εκείνο στέκει, σαν να περιμένει κάτι. Ένα χέρι να το αγγίξει, να το φροντίσει. Ή ίσως απλώς να του χαρίσουν την ειρήνη της πλήρους κατάρρευσης. 

Αν σταθείς για λίγο μπροστά του και αφήσεις τη φαντασία σου να περιπλανηθεί, θα ακούσεις ακόμα τους ψιθύρους της ζωής που πέρασε. Τον ήχο από τα κουδούνια των προβάτων καθώς γύριζαν από τα βοσκοτόπια. Τις φωνές των παιδιών που έτρεχαν στην αυλή. Τους ψιθύρους της Αλεξάνδρας, που νανούριζε το βρέφος που δεν πρόλαβε να ζήσει , το έξι μηνών  αγοράκι της .  

Το παλιό σπίτι, έστω και παρατημένο, δεν είναι μόνο πλιθιά  και ξύλο. Είναι ένα μνημείο ανθρώπων που αγάπησαν, μόχθησαν και έζησαν. Και ίσως, στο βάθος του χρόνου, να συνεχίσει να στέκει εκεί, θυμίζοντας πως κάθε ζωή, όσο φευγαλέα κι αν είναι, αφήνει πίσω της μια ιστορία που αξίζει να ειπωθεί. 

Μοιραστείτε το στα σόσιαλ
Κύλιση στην κορυφή