Το Τέλος Μιας Εποχής
Με την έλευση του ηλεκτροκίνητου φούρνου στο Μαυρονέρι , ήρθε το τέλος μιας εποχής . Οι γυναίκες δεν ξενυχτούσαν πια για να ζυμώσουν το Σάββατο. Δεν φώναζαν τις γειτόνισσες να “βοηθήσουν στο ψωμί”, ούτε περίμεναν τη σειρά τους για να βάλουν στον φούρνο τα ταψιά με τα γεμιστά ή τα κουλούρια του Πάσχα. Η μυρωδιά του καμένου άχυρου έσβησε από τον αέρα και μαζί της μια ολόκληρη ιεροτελεστία.
Οι φούρνοι, άλλοτε ζωντανά κύτταρα της γειτονιάς, έγιναν σιωπηλά ερείπια. Άλλοι γκρεμίστηκαν, άλλοι σφραγίστηκαν με λαμαρίνες. Στέκονταν στις αυλές σαν φαντάσματα μιας αλλοτινής ζωής, που την έφαγε ο χρόνος και η πρόοδος.
Κι όμως, ακόμη τους θυμόμαστε. Τους θυμόμαστε σαν κάτι ζεστό που χάθηκε. Σαν το άρωμα του φρεσκοψημένου ψωμιού που, όσο κι αν προχωρήσει ο κόσμος, πάντα θα μας γυρίζει πίσω. Σε εκείνα τα πρωινά της Κυριακής, τότε που οι γειτόνισσες μαζεύονταν γύρω από τον φούρνο, με τα ταψιά στα χέρια και τις ιστορίες στην καρδιά.
Ο ηλεκτροκίνητος φούρνος, έφερε ξεκούραση και ευκολία στις νοικοκυρές, και έκανε να σιωπήσουν οι αχυρόφουρνους . Έτσι σιγά – σιγά ήρθε το τέλος μιας εποχής . Δεν έφταιγε ο φούρνος ,κάθε άλλο. Ήταν ένας σύμμαχος, μια πρόοδος ευπρόσδεκτη. Ήταν η αρχή για να πάρουν ανάσα οι μανάδες και οι γιαγιάδες μας, να γλιτώσουν τις αξημέρωτες ώρες του ζυμώματος, τις καυτές φλόγες του ξυλόφουρνου, τις πληγωμένες παλάμες από τις πινακωτές και τα φουρνόφτιαρα.
Κι όμως, όσο ο ηλεκτρισμός έδινε ζωή στη μηχανή, άλλο τόσο έσβηνε σιγά σιγά η φλόγα στους παλιούς φούρνους των γειτονιών. Εκείνοι που έψησαν γενιές ολόκληρες, που είδαν ψωμιά να φουσκώνουν, παιδιά να μεγαλώνουν και γυναίκες να λένε τον πόνο τους πάνω απ’ το ταψί. Οι φούρνοι που άναβαν κάθε Σάββατο και μοσχοβολούσε το σοκάκι ολόκληρο, αποσύρθηκαν διακριτικά, χωρίς να παραπονεθούν.
Κι εμείς, παιδιά τότε, δοκιμάσαμε το ζεστό ψωμί του φούρνου των αδελφών Καλτσίδη , του Βαγγέλη και του Γιώργου , μα δεν ξεχάσαμε ποτέ τη μυρωδιά από τους παλιούς φούρνους της αυλής. Γιατί το ψωμί, είτε βγαίνει από ξύλα είτε από κουμπί, πάντα κρατά τη μνήμη.
Μα η πρόοδος, ακόμη κι όταν φέρνει καλό, παίρνει μαζί της κάτι από το παλιό. Κι έτσι, οι πέτρινοι φούρνοι της γειτονιάς ,εκείνοι με τα φουρνόφτιαρα που έσταζαν μνήμες, σίγησαν. Οι πινακωτές μπήκαν στις αποθήκες, οι σκάφες ανέβηκαν στα πατάρια και τα παιδιά σταμάτησαν να παίζουν γύρω από τις φλόγες και τη μυρωδιά της μαγιάς.
Κάποτε, πολλά χρόνια μετά, όταν οι φούρνοι αυτοί είχαν γίνει σκιά και στάχτη, η γιαγιά Χριστίνα καθόταν στη σκάφη που δεν χρησιμοποιούσε πια. Έπαιζε με τα δάχτυλά της πάνω στο ξύλο, όπως κάποτε ζύμωνε. “Καλός ο φούρνος των Καλτσιδαίων “, έλεγε, “μα να σας πω… άλλο ήταν να σηκώνεσαι χαράματα, να μυρίζει το σπίτι ψωμί και καμένο ξύλο… Έτσι έβγαινε η μέρα, με νόημα.” Κι ύστερα χαμογελούσε, όχι με πίκρα, αλλά με εκείνο το ήσυχο βλέμμα που έχουν όσοι έζησαν και τα δύο και την ταλαιπωρία και την πρόοδο και μπορούν να πουν «ευχαριστώ» και στα δύο.
Γιατί το ψωμί, είτε ζυμώνεται με χέρια είτε με μηχανή, είναι πάντα καρπός αγάπης. Μα η μνήμη φυλάει εκείνο το πρώτο άρωμα από στάχτη, ιδρώτα και χαμόγελο. Κι αυτό, δεν το σβήνει κανένας φούρνος.
Καθόμουν τότε δίπλα της, παιδί ακόμα. Δεν καταλάβαινα όλα της τα λόγια, αλλά τα κράτησα. Τώρα, κάθε φορά που μυρίζω φρέσκο ψωμί ή ακούω τη λέξη «φούρνος», η φωνή της έρχεται μέσα μου σιγανή, σαν προσευχή. Κι ας μην έχω ζυμώσει ποτέ με τα χέρια. Εκείνη μ’ έμαθε πως η μνήμη ζυμώνει πιο καλά απ’ το αλεύρι. Και πως ό,τι αξίζει, δεν χάνεται. Μόνο αλλάζει μορφή και περνάει στους επόμενους.